ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Ηiggs Boson

Ηiggs Boson

Παρατηρητήριο

Σχετικά με την αποστροφή Κυριάκου Μητσοτάκη περί ανισότητας:

Η μοναδική μορφή ισότητας που έχει νόημα για εμάς τους φιλελεύθερους,είναι η ισότητα ενώπιον του Νόμου (ισονομία)!
Κάθε άλλη μορφή,ειναι είτε ανέφικτη,είτε επιτυγχάνεται μέσω καταναγκασμού,άρα συντρίβει τον ανθρωπο,τα δικαιώματα και τη μοναδικοτητά του. Ο εξισωτισμος,υπήρξε ιστορικά πάντοτε βίαιος και αυθαίρετος,συνέτριψε τα άτομα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους στο όνομα ενός συλλογικού οράματος,το οποίο κάποιοι άλλοι σχεδίασαν και τους επέβαλλαν. Οδήγησε σε κοινωνίες στάσιμες,ομοιόμορφα βαρετές,πληκτικά ομοειδείς,οικονομικα αδιέξοδες,αισθητικά βάρβαρες,ηθικά αποτρόπαιες.
Ειναι τελείως διαφορετικό το να ζητάς ενα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για τον καθένα απο το να ζητάς ίδιο εισόδημα για ολους.
Αυτή ειναι η ειδοποιός διαφορά φιλελευθερισμού-σοσιαλισμού και το τεκμήριο ηθικής υπεροχής της ελευθερίας.

Βαγγέλης Πάλμος

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο αγράμματος πλην όμως πτυχιούχος και "αγωνιστής" νέος είναι θετικό πρότυπο για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Ο αντίθετος είναι σπασίκλας, ούφο, φύτουλας, φυτό κλπ. Μια ερμηνεία της σύγχρονης δυναστείας των αγραμμάτων.

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Θάνος Καψάλής: Νέες ιδέες στην εκπαίδευση



Θα έχετε προσέξει πως στις αλλεπάλληλες απόπειρες μεταρρύθμισης του εκπαιδευτικού μας συστήματος, εμφανίζονται νέοι όροι και ιδέες, τις οποίες αρχικά ασπαζόμαστε ενθουσιωδώς, εν συνεχεία τις υλοποιούμε μερικώς και στο τέλος τις αποστρατεύουμε αδόξως και άνευ αξιολογήσεως, για τα όποια αποτελέσματα της όποιας εφαρμογής τους.
Ο τρέχων λοιπόν συρμός νέων ιδεών, δρομολογημένος στις εξαγγελίες υπουργών και στα εκπαιδευτικά προγράμματα κομμάτων και φορέων επισημαίνει:

* Πρώτον, τη μεγάλη ποσότητα ύλης με την οποία επιβαρύνονται οι Έλληνες μαθητές και δεύτερον
* την ανάγκη για την εισαγωγή μεγαλύτερου αριθμού μαθημάτων επιλογής, σε σχέση με το παρελθόν, ώστε ο μαθητής να μπορεί να επιλέγει αντικείμενα που άπτονται των κλίσεων και των ενδιαφερόντων του.

Για το πρώτο λοιπόν, επιθυμώ να διαβεβαιώσω πως, στην έκταση και στον τομέα που μπορώ να γνωρίζω - η σχολική ύλη δεν είναι μεγαλύτερη στο δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα από αυτήν των ξένων.
Μια ματιά μόνο στα προγράμματα σπουδών και στα εκπαιδευτικά blog συναδέλφων του εξωτερικού, αρκεί για να διαπιστώσει κανείς τον ορυμαγδό διαφορετικών πηγών που υποδεικνύονται διδασκαλία κάθε διδακτικής ενότητας. Αν μπείτε μάλιστα στον κόπο να αθροίσετε τις σελίδες αυτών των πηγών θα διαπιστώσετε πως υπερβαίνουν κατά πολύ, τις σελίδες της μίζερα οριοθετημένης, και από ένα μόνο εγχειρίδιο, σχολικής ύλης μας.

Αναφορικά με το δεύτερο επιθυμώ να ξεκινήσω με μια υπόθεση. Έστω λοιπόν ότι η εισαγωγή πολλών μαθημάτων επιλογής είναι χρήσιμη για τους μαθητές μας. Αν είναι έτσι λογικό είναι να μπορούν να επωφεληθούν οι μαθητές όλης της επικράτειας, μπορούν όμως; Η απάντηση είναι ρητά και κατηγορηματικά όχι. Οι ιδιομορφίες του εκπαιδευτικού συστήματός μας, δηλαδή πολλές μικρές σχολικές μονάδες, διεσπαρμένες ακόμη και σε απρόσιτα σημεία της χώρας, συν το πρόβλημα των περιορισμένων πόρων, καθιστούν παντελώς ανέφικτη τη δυνατότητα του σχολείου να παράσχει σε όλους τους μαθητές την ίδια πολύπτυχη βεντάλια μαθημάτων επιλογής.

Ας πούμε ότι τσάτρα πάτρα, με περιορισμό δηλαδή του αριθμού τους ή με εξ αποστάσεως μαθήματα, καταφέρνουμε αρκετά από αυτά να είναι διαθέσιμα στην πλειονότητα των σχολείων. Είναι αυτό επωφελές, πρέπει να το επιδιώξουμε;
‘Εχω πολλές αμφιβολίες περί αυτού και θα τις εκθέσω παρά το ενδεχόμενο να χαρακτηριστώ οπισθοδρομικός και να καταστώ δυσάρεστος.

Γνώμη μου λοιπόν είναι πως, ως ένα βαθμό, η εκπαιδευτική διαδικασία εμπεριέχει και ένα στοιχείο πειθαναγκασμού. Αποσπά τα νήπια βιαίως από τη μητέρα τους για να τα εκθέσει στο άγνωστο περιβάλλον του νηπιαγωγείου, τους εφήβους από τη θερινή ραστώνη, για να τους μαντρώσει σε σχολεία και φροντιστήρια, και όλους για να τους διδάξει αντικείμενα για τα οποία ποτέ δεν ρωτήθηκαν, αν τους ενδιαφέρουν.

Και γιατί τα κάνει όλα αυτά; Διότι η πολιτεία έχει αποφασίσει, νόμιμα και δημοκρατικά, το σώμα γνώσεων και δεξιοτήτων που πρέπει να κατέχει ο μελλοντικός πολίτης προκειμένου να είναι ωφέλιμος για τον εαυτό του και για το κοινωνικό σύνολο.

Αν λοιπόν συμφωνούμε ότι ο μαθητής του Λυκείου λ.χ. ανεξάρτητα από τον μελλοντικό ακαδημαϊκό προορισμό του και τις επιθυμίες του, οφείλει κάτι να γνωρίζει από Ευκλείδεια Γεωμετρία, κάτι να έχει μάθει από τους διαλόγους του Πλάτωνα, κάπως να απολαμβάνει ένα ποίημα του Σεφέρη, κάτι να καταλαβαίνει από την Αρχή Διατήρησης της Ενέργειας, τον Περιοδικό Πίνακα, τον Μεντελισμό, κάποια εικόνα από την ιστορική συνέχεια της πατρίδας του να έχει αποκομίσει, τότε λυπάμαι, μόλις και μετά βίας χωρούν στο maximum 35ωρο, του σχολικού προγράμματος.

Έτσι η προσθήκη ενός αριθμού επιλεγόμενων μαθημάτων, που υπερβαίνει το 10% του σχολικού χρόνου, δεν μπορεί παρά να γίνει σε βάρος διδακτικών ωρών στις οποίες διδάσκονται γνώσεις που αποδεδειγμένα συγκροτούν έναν στοιχειωδώς μορφωμένο πολίτη.

Μα θα πείτε το μέτρο αυτό, σεβόμενο τις επιλογές των μαθητών, τους δίνει τη δυνατότητα μιας αποτελεσματικής ενασχόλησης με ενδιαφέροντα και ευχάριστα διδακτικά αντικείμενα (λ.χ. κινηματογράφος, φωτογραφία κ.ά.) που σήμερα δεν συμπεριλαμβάνονται στο σχολικό πρόγραμμα. Λυπάμαι, αλλά πάλι θα διαφωνήσω. Ρόλος του σχολείου είναι να εξασφαλίσει τα καίρια και όχι ευχάριστες και σίγουρα, δημιουργικές δραστηριότητες οι οποίες ακόμη και σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, παρέχονται έξωθεν-και δωρεάν και επί πληρωμή- ώστε να μη χρειάζεται να σπαταληθεί πολύτιμος διδακτικός χρόνος.

Τέλος, να είστε βέβαιοι πως ένα σχολείο που δεν διδάσκει τα καίρια, δεν θα πλήξει τη μόρφωση των παιδιών που προέρχονται από οικογένειες με μορφωτικό επίπεδο και οικονομική κατάσταση που μπορεί να τα αναπληρώσει, αλλά κυρίως τη μόρφωση των οικονομικά ασθενέστερων μαθητών. Το επιθυμούμε;



Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Σωτήρης Γκλαβάς: Παιδεύοντας τους «παίδας» και τους γονείς



Από το Liberal

Μια νέα μεταρρύθμιση του Γενικού Λυκείου (αφορά το ωρολόγιο πρόγραμμα της Β΄ Λυκείου και κυρίως της Γ΄ Λυκείου και του εξεταστικού συστήματος εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση) ανακοινώθηκε αυτή την εβδομάδα από τον Υπουργό Παιδείας κ. Γαβρόγλου προκαλώντας τουλάχιστον έκπληξη. Και τούτο γιατί ο Πρωθυπουργός, στην τελευταία του επίσκεψη τον περασμένο Μάιο στο Υπουργείο Παιδείας (9-5-2017), αναφέρθηκε στη « ριζική αναβάθμιση των δύο τελευταίων τάξεων του Λυκείου, που θα οδηγήσει στην κατάργηση των Πανελλαδικών» με στόχο να δοθεί «χώρος και αξία στο Λύκειο με κέντρο τη διαδικασία της μάθησης και όχι της εξέτασης». Βεβαίως, αργότερα είχαν επακολουθήσει διευκρινίσεις του κ. Υπουργού ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατόν να καταργηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις και ότι βασικός στόχος παραμένει η αναβάθμιση του Λυκείου. Δυστυχώς πίσω από τη ρήση Λύκειο κρύβεται πάντα το Γενικό Λύκειο, λες και το ΕΠΑΛ είναι αποπαίδι.
Αξίζει, όμως, να επισημάνουμε τις χρόνιες παθογένειες του Γενικού Λυκείου, ώστε να διαπιστώσουμε κατά πόσον αυτές αντιμετωπίζονται με όσα εξαγγέλθηκαν, εάν και εφόσον αυτά ψηφισθούν και εφαρμοσθούν.

Παρά τις 14 βασικές (με νόμο) αλλαγές στο γενικό Λύκειο (κυρίως) και στο σύστημα εισαγωγής, από το 1964 που ανέλαβε την ευθύνη των εξετάσεων το Υπουργείο Παιδείας, το Γενικό Λύκειο εξακολουθεί να παραμένει ένας κακός «προθάλαμος» της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Μάλιστα επιβεβαιώνεται και εδώ στην πράξη «το ράβε – ξήλωνε» και το «κάθε πέρυσι και καλύτερα» της λαϊκής θυμοσοφίας. Πρόκειται για ένα Λύκειο που δεν εκπαιδεύει τον ολόπλευρα μορφωμένο άνθρωπο. Από τη μια είναι σχολείο της αποστήθισης και από την άλλη της ήσσονος προσπάθειας και της χαλαρότητας, αφού υπάρχει εξασφαλισμένη ακώλυτη προαγωγή (ο μαθητής στο Λύκειο γενικά ακόμη και εάν υστερεί σε βασικά μαθήματα προάγεται με τελικό μέσο όρο σε όλα τα διδασκόμενα μαθήματα το 9,5 ενώ στο Γυμνάσιο με το 13!).
Σε ένα Γενικό Λύκειο που στέκεται στο ύψος της παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής του αποστολής δεν υπάρχουν μαθήματα πρώτης κατηγορίας (τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα) και μαθήματα υποβαθμισμένα (τα υπόλοιπα). Η χρόνια διάλυση της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στο Λύκειο με τα μαθησιακά κενά και την έλλειψη καλλιέργειας μαθησιακών δεξιοτήτων (και εδώ όλοι συμφωνούν ότι υπάρχει πρόβλημα) επιβαρύνει την ελληνική οικογένεια εις δόξαν της φροντιστηριακής παιδείας. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η αλλοίωση του μορφωτικού χαρακτήρα του Γενικού Λυκείου, με αποτέλεσμα οι μαθητές να εστιάζουν από την Α΄ Λυκείου μόνο στη μελέτη των 4 πανελλαδικά εξεταζόμενων μαθημάτων, ακυρώνοντας έτσι κάθε ουσιαστική μαθησιακή διαδικασία.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα ποιοτικότερο σχολείο και ένα Γενικό Λύκειο υψηλής αποδοτικότητας, όπου όλα τα γνωστικά αντικείμενα, όλων των τάξεων, θα «συμμετέχουν» στον τελικό βαθμό εισαγωγής (φυσικά με τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες) και τα θέματα στις εξετάσεις θα λαμβάνονται από κεντρική Τράπεζα Θεμάτων. Η Τράπεζα Θεμάτων αποτελεί συνήθη πρακτική στον διεθνή χώρο, ενισχύει την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία των εξετάσεων και συμβάλλει στη διαπίστωση του βαθμού επίτευξης των μαθησιακών στόχων, ώστε να γίνονται οι αναγκαίες βελτιωτικές παρεμβάσεις στην οργάνωση και διαχείριση της διαδικασίας διδασκαλίας αλλά και αξιολόγησης διασφαλίζοντας και την ισότητα ευκαιριών πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Η πρώτη εφαρμογή της «Τράπεζας Θεμάτων» στο ελληνικό Λύκειο και σε όλα τα διδασκόμενα γνωστικά αντικείμενα (στο ΕΠΑΛ μόνο στα μαθήματα γενικής παιδείας) αποσκοπούσε αφενός στην κάλυψη όλης της διδακτέας ύλης ώστε να μη δημιουργούνται μαθησιακά κενά από τάξη σε τάξη, (γεγονός που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην παραπαιδεία), στη δημιουργία «κουλτούρας θεμάτων», στην ενίσχυση της αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας των εξετάσεων αλλά και στη διαπίστωση του βαθμού επίτευξης των μαθησιακών στόχων, προκειμένου να λαμβάνονται βελτιωτικά μέτρα. Φυσικά η πρώτη εφαρμογή (και μάλιστα χωρίς πιλοτική διεργασία, όπως θα έπρεπε), λόγω του φορτισμένου κλίματος και της πολιτικής πόλωσης που καλά κρατούσε σε όλα τα επίπεδα και, δυστυχώς, εξακολουθεί να κρατεί, «έπεσε στο κενό».
Με τη λειτουργιά της «άνθισαν» τα λουλούδια της αντίδρασης στο πλαίσιο του μαθητοπατερισμού και του λαϊκισμού. Έπρεπε να κατεδαφιστεί «ο αντιπαιδαγωγικός μηχανισμός» που καταργεί την «αυτονομία του δασκάλου», διώχνει από το σχολείο τους «μαθητές των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων» και «αυξάνει την παραπαιδεία». Λες και η χρόνια διάλυση της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στο Λύκειο, (και εδώ όλοι συμφωνούν ότι υπάρχει πρόβλημα) και η φροντιστηριακή εκπαίδευση δεν αποτελεί πραγματικότητα εδώ και χρόνια (όταν μάλιστα δεν υπήρχε καν Τράπεζα Θεμάτων) και δεν έχει μειώσει το κύρος του Δημόσιου Σχολείου και το κύρος των εκπαιδευτικών παρά τις ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειές τους. Το αποτέλεσμα γνωστό. Το σχολείο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της κοινωνίας από το εκπαιδευτικό σύστημα και όλοι οι γονείς, που τα παιδιά τους φοιτούν ή θα φοιτήσουν στο Γενικό Λύκειο, ακόμη και όσοι «αντέχουν» μέσα στην οικονομική κρίση, στενάζουν κάτω από την ανάγκη να αντιμετωπίσουν με φροντιστήριο τα μαθησιακά κενά που δημιουργούνται στο σχολείο από τάξη σε τάξη αλλά και τον ανταγωνισμό, προκειμένου τα παιδιά τους να περάσουν στις σχολές προτίμησής τους. Άραγε αυτό είναι το παιδαγωγικό σχολείο, όπως το περιγράφουν οι μεγάλοι παιδαγωγοί, Έλληνες και ξένοι;
Ο φαρισαϊσμός σε όλο του το μεγαλείο. Αλλά ποιο είναι πραγματικά το λαϊκό σχολείο; Το απαιτητικό σχολείο που μορφώνει ολόπλευρα τον μαθητή, δημιουργεί τον συνειδητοποιημένο, τον ενεργό πολίτη που είναι εφοδιασμένος με τα απαραίτητα μορφωτικά αγαθά που θα τον βοηθήσουν να ζήσει σε ένα κόσμο, δυστυχώς, ανταγωνιστικό, ξεπερνώντας τους ταξικούς φραγμούς; Ή το σχολείο που αφήνει τα παιδιά με μαθησιακά κενά και αμόρφωτα (και ιδιαίτερα τα φτωχά παιδιά, αφού για τα άλλα θα φροντίσει «ευτυχώς» ο πλούσιος μπαμπάς!), χαϊδεύει τα αυτιά των παιδιών και των γονιών και τους δημιουργεί ανύπαρκτες προσδοκίες μπροστά σε ένα σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον μιας απάνθρωπης παγκόσμιας κοινωνίας που διψά για αμόρφωτους καταναλωτές και φτηνό εργατικό δυναμικό;
Ο Υπουργός κ. Γαβρόγλου δήλωσε την Τετάρτη, 30-8-2017, ότι «ο στόχος μας είναι η αναβάθμιση του Λυκείου και ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά του Λυκείου θα μπορούν να ξαναείναι στο σχολείο και το σχολείο θα μπορεί να παίζει τον εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό του ρόλο».
Τη νέα πρόταση του Υπουργού για αλλαγή του Γενικού Λυκείου και του εξεταστικού συστήματος χαρακτηρίζουν τρία, κυρίως, στοιχεία:
1) Η καθιέρωση, για πρώτη φορά πανελλαδικών εξετάσεων στο τέλος του πρώτου τετραμήνου στην Γ΄ τάξη Γενικού Λυκείου με αυτόματη ηλεκτρονική διόρθωση. Αυτό σημαίνει «κλειστές ερωτήσεις» (σωστό λάθος και πολλαπλής επιλογής) που σίγουρα παραπέμπουν σε αποστηθίσεις ή στην τυχαιότητα-λοταρία, αλλά και σε αύξηση της αγωνίας των μαθητών και των γονιών τους, άρα και ενίσχυση του φροντιστηρίου. Βέβαια, προ των καθολικών αντιδράσεων ο Υπουργός δήλωσε την Πέμπτη (31-8-2017) ότι το «το προαιρετικό της συμμετοχής στην προκειμένη περίπτωση είναι εγγενές στοιχείο της πρότασής μας»! Και οι άμεσες «παιδαγωγικές» ερωτήσεις που εκ των πραγμάτων προκύπτουν είναι: Oι μαθητές που δεν θα θέλουν να συμμετέχουν στις εξετάσεις, την περίοδο που άλλοι θα εξετάζονται, θα κάθονται στο σπίτι τους; Πόσοι μαθητές θα θελήσουν να υποβληθούν εκουσίως στη διαδικασία εξετάσεων που είναι προαιρετικές; Είναι βέβαιος ο κ. Υπουργός ότι δεν θα καταπέσει νομικά ένας βαθμός που προέρχεται από προαιρετικές εξετάσεις, συνυπολογίζεται και βελτιώνει τον βαθμό του απολυτηρίου κάποιων υποψηφίων σε σχέση με τους συνυποψηφίους τους για τις ίδιες σχολές, όταν για όλους το απολυτήριο θα υπολογίζεται (σε κάποιο ποσοστό) για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;
2) Η καθιέρωση υποχρεωτικής εκτενούς εργασίας από κάθε μαθητή της Γ΄ τάξης σε κάθε εξεταζόμενο μάθημα που θα αξιολογείται από εξωτερικούς αξιολογητές, γεγονός που: ή θα δημιουργήσει στον μαθητή τεράστιο άγχος και κόπο ή θα «βρουν δουλειά» οι γονείς ή το χειρότερο θα ανθίσουν επαγγελματίες «συγγραφείς» εργασιών έναντι αμοιβής για τους «έχοντες» φυσικά.
3) Η ανακοίνωση αλλαγών μόνο για την Γ΄ Γενικού Λυκείου, που σημαίνει ακύρωση της μαθησιακής διαδικασίας στις Α΄ και Β΄ τάξεις Λυκείου αυτού.
Κατόπιν τούτου (και για άλλα πολλά) αναρωτιέται κάποιος πώς θα επιτευχθούν οι παραπάνω «παιδαγωγικοί» στόχοι και η αναβάθμιση του Γενικού Λυκείου που προοιωνίζεται ο κ. Υπουργός Παιδείας.
Ήδη, έχει διαπιστωθεί ότι όσο μειώνονται τα πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα στη Γ΄ τάξη Γενικού Λυκείου, χωρίς να λαμβάνονται μέτρα ενίσχυσης των άλλων γενικών μαθημάτων στις προηγούμενες τάξεις, τα τελευταία αυτά ακυρώνονται στην πράξη. Τα μη «πανελλαδικά» γνωστικά αντικείμενα, λοιπόν, στο πυρ το εξώτερον. Δεν μας χρειάζεται η γενική, η καθολική μόρφωση, ο καθολικός άνθρωπος, ο πολύπλευρα μορφωμένος πολίτης, ο έχων κατάρτιση για την ορθή χρήση αγαθών και υπηρεσιών, αλλά ο ρομποτικός πολίτης. Γιατί τι άλλο μπορεί να επιδιώκει ένα, πανθολογουμένως, Λύκειο όχι των απαιτήσεων αλλά της ήσσονος προσπάθειας, όπου δίνεται σημασία, ήδη από την Α΄ Γενικού Λυκείου, σε ό,τι εξετάζεται πανελλαδικά και αυτό επιτείνεται με το νέο σύστημα που εξαγγέλθηκε αφού τα «ενδιαφέροντα» μαθήματα περιορίζονται σε τέσσερα. Τα άλλα απλώς θα συνεχίσουν να «διακοσμούν» το Πρόγραμμα Σπουδών των Α΄ και Β΄ τάξεων Γενικού Λυκείου και σε αυτό θα συμβάλλει και η «περίφημη» ακώλυτη προαγωγή στο Λύκειο.
Μόνο ενισχύοντας τον ρόλο όλων των τάξεων του Λυκείου (το οποίο αναντίρρητα στηρίζεται αλλά και επηρεάζει τις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης, κυρίως το Γυμνάσιο) και ενισχύοντας τη μαθησιακή διαδικασία όλων των μαθημάτων που θεωρούνται απαραίτητα σε αυτή τη βαθμίδα της εκπαίδευσης - διαδικασία που δεν επιτρέπει μαθησιακά κενά, διαπιστώνει και καλύπτει έγκαιρα τις αδυναμίες των μαθητών αλλά και ελέγχει την απόδοσή τους - μπορούμε να περιμένουμε την ανάκτηση του κύρους της σχολικής εκπαιδευτικής λειτουργίας και της εκπαιδευτικής κοινότητας. Φυσικά το γενικό αίτημα πάντα παραμένει: κανένας ανήλικος μαθητής εκτός του συστήματος εκπαίδευσης, κανένας αποκλεισμός.
Τότε θα αντιμετωπισθεί πιθανόν και το παράδοξο της ελληνικής εκπαίδευσης, όσον αφορά τις εν γένει εξετάσεις, ότι δηλαδή αυτές ταυτόχρονα δαιμονοποιούνται (ως αιτία πρόσθετου βάρους και άγχους για τους μαθητές, εξόδων της οικογένειας λόγω φροντιστηρίων, αφαίρεσης πολύτιμου διδακτικού χρόνου αναίτια κ.λπ.) και ταυτόχρονα είναι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο στρέφονται μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί. Οι υπερβολές στην καταδίκη τους ή στην αναγόρευσή τους στο ιερό δισκοπότηρο μπορούν να αρθούν, εάν γίνει κατανοητό πως  αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δηλαδή κρίσιμος διδακτικός χρόνος με σημαντικά οφέλη, με την προϋπόθεση οι εξετάσεις αυτές να είναι «ανθρώπινες».
Τότε και μόνο τότε μπορεί να μιλάμε για αξιόπιστο και αναβαθμισμένο λύκειο που θα οδηγεί σε ένα σταθερό, αδιάβλητο και με παιδαγωγική αξιοπιστία σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, κοινά αποδεκτό, πέρα από υπουργούς και κυβερνήσεις, όπως συμβαίνει και στα πιο έγκυρα συστήματα που εφαρμόζονται για δεκαετίες σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σωτήρης Γκλάβας Τέως πρόεδρος Π.Ι. Πρώην πρόεδρος Ι.Ε.Π.

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Plamen Tonchev: Πόλεμος στην Χερσόνησο της Κορέας; Οχι αύριο το πρωί



του Πλάμεν Τόντσεφ*

Είναι πολύ μεγάλη και δικαιολογημένη η ανησυχία για τις ολέθριες επιπτώσεις μιας επαπειλούμενης σύγκρουσης με πυρηνικά όπλα στην Χερσόνησο της Κορέας. Ταυτόχρονα, είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένες οι προβλέψεις για το ποιές θα είναι οι εξελίξεις στην περιοχή το αμέσως επόμενο διάστημα. Με κάθε επιφύλαξη, λοιπόν, την ώρα που γράφονται αυτές οι αράδες, πολλοί αναλυτές συγκλίνουν στις εξής εκτιμήσεις:

- Αυτές τις μέρες διεξάγεται μια πυρετώδης – και πολυμερής – διαπραγμάτευση, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο σε πολλές περιπτώσεις. Ακόμη και οι εμπρηστικές δηλώσεις και πολεμικές ιαχές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους η Βόρεια Κορέα και οι ΗΠΑ αποτελούν μέρος αυτής της διαπραγμάτευσης.

- Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, αντιμέτωπη με την ακραία προκλητική συμπεριφορά του Kim Jong-un, η αμερικανική ηγεσία βρίσκεται προ κρίσιμων διλημμάτων ως προς την χρήση ή μη στρατιωτικών μέσων. Αυτό που καθιστά ιδιαίτερα επισφαλείς τις εκτιμήσεις για το τί αποφάσεις θα λάβει ο Λευκός Οίκος, είναι η απειρία του Ντόναλντ Τραμπ, όπως και της νέας αμερικανικής διοίκησης στο σύνολό της. Με εκρηκτικό χαρακτήρα και εν πολλοίς αμφιλεγόμενη συμπεριφορά, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει δώσει ακόμη σταθερό δείγμα γραφής ως προς την εξωτερική πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει, πόσω μάλλον σε μια τόσο ακραία αντιπαράθεση στα όρια του πυρηνικού ολέθρου.

- Διαφαίνονται, μάλιστα, διαφωνίες στα ανώτατα κλιμάκια της αμερικανικής ηγεσίας, με τον Τραμπ να αρέσκεται σε εμπρηστικές δηλώσεις περί “πυρός και οργής” και, την ίδια στιγμή, τον Υπουργό Αμυνας Τζέιμς Μάτις να τονίζει πως δεν έχουν εξαντληθεί ακόμη τα διπλωματικά μέσα. Αντίθετα, η Βόρεια Κορέα έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, στον βαθμό που είναι απόλυτα συνεκτική η επικοινωνιακή της στρατηγική, ενώ είναι εξαιρετικά περιορισμένες οι πληροφορίες για εσωτερικές εξελίξεις στην χώρα και προετοιμασίες για τα επόμενα βήματα του καθεστώτος.

- Την πολυμερή φύση της εν εξελίξει διαπραγμάτευσης επιβεβαιώνει ο διπλωματικός πυρετός, με την συμμετοχή όλων των χωρών της βορειοανατολικής Ασίας και των ΗΠΑ, αλλά και των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ όπου συζητείται πρόταση για την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών κυρώσεων στην Βόρεια Κορέα.

- Σημαντική παράμετρος της σύνθετης εξίσωσης είναι το μπρα-ντε-φερ μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Οι Αμερικανοί ζητούν επίμονα από το Πεκίνο να εμπλακεί πολύ πιο ενεργά στην επίλυση της κρίσης και να “ανακαλέσει στην τάξη” το καθεστώς της Kim Jong-un. Ενώ είναι αλήθεια ότι η Κίνα είναι ο μοναδικός οικονομικός εταίρος και συνομιλητής της Βόρειας Κορέας, το Πεκίνο είναι εξαιρετικά απρόθυμο να λειτουργήσει υπό την πίεση της Ουάσινγκτον, καθώς συνυπολογίζει και πολλά άλλα ακανθώδη ζητήματα στην φορτωμένη ατζέντα των σινοαμερικανικών σχέσεων. Και, πάντως, για την Κίνα – όπως και για την Ρωσία – είναι αδιανόητες και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην βορειοανατολική Ασία, μέρος της οποίας είναι και η Χερσόνησος της Κορέας.

Σε ό,τι δε αφορά το στρατιωτικό σκέλος της κρίσης και την χρήση όπλων, αξίζει να σημειωθούν τα εξής δεδομένα στην παρούσα φάση:

- Οι εικασίες για το πότε ενδέχεται η Βόρεια Κορέα να αποκτήσει την απαραίτητη τεχνογνωσία για μια δυνητική επίθεση στις ΗΠΑ, είτε με συμβατικούς πυραύλους είτε με πυραύλους με πυρηνική γόμωση, ποικίλλουν αρκετά και αναφέρονται σε διάστημα από λίγους μήνες έως δύο χρόνια. Δεδομένης της προόδου που έχει σημειώσει η Πιονγιάνγκ, οι τελευταίες εκτιμήσεις των ειδικών συγκλίνουν προς το διάστημα μηνών παρά ετών. Επιπλέον, αποτελεί πάγια τακτική του καθεστώτος Kim Jong-un να απειλεί την Νότιο Κορέα και την Ιαπωνία που είναι στενοί στρατιωτικοί σύμμαχοί των ΗΠΑ – συνεπώς, οποιαδήποτε επίθεση από την Πιονγιάνγκ σ’αυτές τις δύο χώρες θα ισοδυναμούσε με την κήρυξη πολέμου στις ΗΠΑ και θα καθιστούσε αναπόφευκτη την αμερικανική εμπλοκή, πριν καν τελειοποιήσει η Βόρεια Κορέα τους πυραύλους της και τα πυρηνικά της όπλα.

- Από την άλλη πλευρά, ενώ αναγνωρίζεται η ανησυχητική πρόοδος που έχει σημειώσει το τελευταίο διάστημα το καθεστώς του Kim Jong-Un στην ανάπτυξη των δύο παράλληλων προγραμμάτων – πυραυλικών συστημάτων και πυρηνικων ικανοτήτων -, θεωρείται περίπου δεδομένο ότι η Βόρεια Κορέα δεν είναι ακόμη σε θέση να καταφέρει πλήγμα στις ΗΠΑ μέσω πυραύλων, είτε σε εδάφη τους στον Ειρηνικό Ωκεανό (π.χ. στην στρατιωτική βάση του Guam) είτε στην αμερικανική στεριά.

- Επίσης, προβάλλεται από πολλούς το επιχείρημα ότι τα όπλα μαζικής καταστροφής που επιδιώκει να αναπτύξει η Πιονγιάνγκ δεν προορίζονται για επίθεση, αλλά αποβλέπουν: 1) στην απόκτηση αποτρεπτικής ισχύος, δηλ. ως ασπίδα έναντι επίθεσης από άλλα κράτη, 2) στον εξαναγκασμό της διεθνούς κοινότητας, κυρίως των ΗΠΑ, να αναγνωρίσουν το αποσυνάγωγο καθεστώς του Kim Jong-un.

Βάσει των ανωτέρω και κυρίως δεδομένου του διπλωματικού πυρετού σε πολλές πρωτεύουσες ταυτόχρονα, δεν αναμένεται το αμέσως επόμενο διάστημα να ξεσπάσει τακτικός πόλεμος – είτε με συμβατικά είτε με πυρηνικά όπλα. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει μεμονωμένες συγκρούσεις ή αψιμαχίες, ως μέρος αυτής της εν εξελίξει “διαπραγμάτευσης”. Σημειώνεται ότι το 2010 η Βόρεια Κορέα βύθισε ένα πλοίο του νοτιοκορεατικού πολεμικού ναυτικού, αν και ποτέ δεν ανέλαβε επισήμως την ευθύνη γι’αυτήν την εχθρική ενέργεια. Θεωρείται δε πολύ πιθανό η Πιονγιάνγκ να συνεχίσει να προκαλεί την διεθνή κοινότητα με την εκτόξευση πυραύλων και δοκιμές με στόχο την απόκτηση πυρηνικών όπλων.

Υπενθυμίζεται για άλλη μια φορά ότι οι εξελίξεις στην Χερσόνησο της Κορέας είναι ραγδαίες και πολλές πληροφορίες παραμένουν διαβαθμισμένες για ευνόητους λόγους. Πάντως, πολλές εκτιμήσεις συντείνουν στο ότι τον πρώτο λόγο ακόμη τον έχουν οι πολιτικοί και οι διπλωμάτες, ενώ οι καθαρά στρατιωτικές επιλογές παραμένουν σε δεύτερη μοίρα προς το παρόν. Τις επόμενες εβδομάδες θα φανεί κατά πόσο μπορεί να επιτευχθεί κάποια διευθέτηση ή έστω αποκλιμάκωση σε μια από τις πιο επικίνδυνες κρίσεις που αντιμετωπίζει ο πλανήτης μετά την αντιπαράθεση στον Κόλπο των Χοίρων το 1962.

* Επικεφαλής του Προγράμματος Ασιατικών Σπουδών στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

in.gr

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Λεωνίδας Καστανάς: Κεντρικά ανοργάνωτες εξετάσεις



Για πολλά μπορεί να κατηγορήσει κανείς αυτήν την κυβέρνηση αλλά όχι για τους ευφάνταστους νεολογισμούς με τους οποίους προσπαθεί να προσδώσει ένα κάποιο άρωμα μεταρρύθμισης και επιστημονικότητας στα έργα και τις ημέρες της. Σήμερα οι πανελλαδικές εξετάσεις βαφτίζονται «κεντρικά οργανωμένες εξετάσεις» (ΚΟΕ). Να ένας τρόπος να ισχυριστείς ότι τις κατάργησες. Υπάρχουν πολλοί που θα το πιστέψουν;

Το πρόβλημα αυτής της κυβέρνησης με την εκπαίδευση είναι η χαλάρωση. Το παλιό σύνθημα της ριζοσπαστικής αριστεράς «όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών» είναι και πάλι εδώ. Με αυτήν την ιδέα δομήθηκε και το πρόχειρο νέο σχέδιο για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση που έχουμε στα χέρια μας. Να αποφορτιστούν οι τελικές  εξετάσεις αλλά και να καθορίζεται η εισαγωγή στα ΑΕΙ από αστάθμητους παράγοντες.  Οι συντάκτες της πρότασης προφανώς νομίζουν ότι έτσι γίνονται αρεστοί στους μαθητές ιδιαίτερα στους οκνηρούς. Διότι τους δίνουν ευκαιρίες να πάρουν κάτι παραπάνω από αυτό που αξίζουν. Φαντασιώνονται τους αδύναμους ή αδιάφορους μαθητές ως προλετάριους και τους ικανούς και εργατικούς ως κεφαλαιοκράτες. Και πασχίζουν να βοηθήσουν τους πρώτους. Μόνο που με τον τρόπο αυτό τραυματίζουν το αδιάβλητο, ακυρλωνουν τον κανόνα, οι εξετάσεις χάνουν την αξιοπιστία τους και αυτό είναι εις βάρος της κοινωνίας.

Ο βαθμός πρόσβασης στα ΑΕΙ θα καθορίζεται κατά 80% από τις επιδόσεις σε 3-4 μαθήματα που εξετάζονται στις «ΚΟΕ». Συνεπώς οι κλασσικές πανελλαδικές εξετάσεις είναι ακόμα εδώ. Υποθέτω ότι στη ΔΕΘ δεν θα πει ότι τις κατάργησε. Πάμε τώρα στους νεωτερισμούς.

Κατά πρώτον εισάγεται το ενδοσχολικό διαγώνισμα πολλαπλής επιλογής ( αφού διορθώνεται με ηλεκτρονικό τρόπο όπως δήλωσαν) του 1ου τετραμήνου (Ιανουάριος) στην ανάλογη ύλη αυτού του χρονικού διαστήματος. Το οποίο μπορεί να μετράει κατά ένα μέρος του 10-20% (πόσο;) στο συνολικό βαθμό πρόσβασης, αν ο βαθμός του είναι καλύτερος από αυτόν του Ιουνίου. Δηλαδή αν θες το παλεύεις αν πάλι βαριέσαι, αφήνεις τη μάχη για το καλοκαίρι. Ποιος διενεργεί αυτές τις εξετάσεις; Τα θέματα είναι κοινά για όλα τα σχολεία; Ή είναι από τράπεζα θεμάτων; Προφανώς διορθώνονται ανώνυμα και ηλεκτρονικά. Αλλά ποιος επιτηρεί τους εξεταζόμενους; Ο διδάσκων καθηγητής; Σε τι περιβάλλον γίνονται αυτά τα διαγωνίσματα; Της οικείας τάξης με όλο το υπόλοιπο σχολείο σε λειτουργία; Ή έχει σκοπό το υπουργείο να στήσει και τον Ιανουάριο όλο τον πολυδαίδαλο μηχανισμό των πανελλαδικών; Ποιος εγγυάται δηλαδή ότι οι μαθητές δεν θα αντιγράψουν ή δεν θα βοηθηθούν με κάθε άλλο τρόπο; Ο οικείος καθηγητής; Γνωρίζει ο κόσμος ότι στις πανελλαδικές τα θέματα πολλαπλής επιλογής οι διαγωνιζόμενοι ανά αίθουσα έχουν συνήθως τις ίδιες απαντήσεις; Και ας είναι η επιτήρηση αυστηρότατη;

Κατά δεύτερον. Μέσα σ’ αυτό το 10-20%  υπάρχει και μια ερευνητική δημιουργική εργασία την οποία κρίνουν έμπειροι αξιολογητές. Ποιος θα διεξάγει την αξιολόγηση αυτή με ποιο δηλαδή επαγγελματικό, επιστημονικό προφίλ; Πώς θα διασφαλίζεται η ομοιομορφία των κριτηρίων, η εγκυρότητα και η αξιοπιστία στην εφαρμογή της; Έχει τόσους αξιολογητές το υπουργείο για να ελέγξει 60.000 εργασίες από μια ευρύτατη γκάμα θεμάτων; Εργασίες όχι διαγωνίσματα. Αλλά ας πούμε ότι βρίσκει. Ποιος διασφαλίζει ότι η εργασία έγινε από τον εξεταζόμενο μαθητή και όχι από κάποιον άλλο; Η εμπειρία από ανάλογες εργασίες σε πανεπιστημιακό επίπεδο είναι οδυνηρή. Υποθέτω ότι θα στηθούν άμεσα και εδώ φροντιστηριακοί μηχανισμοί που θα πωλούν «πρωτότυπες εργασίες». Και δεν μιλάμε για μια απλή εργασία στα πλαίσια του project αλλά για κάτι που έχει συμμετοχή στο βαθμό πρόσβασης στα πανεπιστήμια.

Συμπέρασμα. Η καινοτομία της αποφόρτισης λόγω της αναξιοπιστίας  της προσθέτει άγχος στους μαθητές και τους γονείς τους και δεν αφαιρεί. Γιατί ο μαθητής ξέρει ότι θα κριθεί και από ένα διαγώνισμα σε ανασφαλές περιβάλλον και από μια εργασία που βαθμολογείται με άγνωστα και φλου κριτήρια. Το επιχείρημα ότι έτσι δεν θα πιέζουν οι γονείς για μεγάλους προφορικούς βαθμούς είναι μάλλον αστείο. Δεν πιέζουν οι γονείς. Οι καθηγητές βάζουν τα «άριστα» οικειοθελώς στα πλαίσια της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης.  Με ποια λογική οι παθογένειες της κοινωνίας μας ξεπερνιούνται με φτηνές τρίπλες. Προσθέτεις αναξιόπιστες εξετάσεις για τους γονείς; Είναι ή όχι ο διδάσκων καθηγητής αδέκαστος και  έγκυρος  αξιολογητής της προφορικής επίδοσης; Γιατί αν δεν είναι τότε δεν έχεις εκπαιδευτικό σύστημα.

 Στα υπόλοιπα των νεωτερισμών θα μπορούσαμε πρόχειρα να επισημάνουμε.

1. Τι σημαίνει «εγκαθίδρυση «πολυκλαδικότητας», δυνάμει ενιαία αντιμετώπιση του Λυκείου», όταν διατηρούνται οι δύο ξεχωριστοί τύποι λυκείου; Τι σημαίνει αλληλοδανεισμός μαθημάτων μεταξύ ΓΕΛ και ΕΠΑΛ ή εξ αποστάσεως διδασκαλία σε σχολεία με αναιμικές υλικοτεχνικές δυνατότητες και λιγοστούς πόρους; Μήπως είναι προανάκρουσμα της κατάργησης των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ) τα οποία απαξιώνονται και φθίνουν  καθημερινά; Ή μήπως είναι, που είναι και το πιθανότερο, λόγια του αέρα;

2. Η δραστική μείωση των μαθημάτων τόσο στη Β¢ όσο και στη Γ¢ ΓΕΛ  είναι απλώς μια υπόθεση. Θα μπορούσε να ήταν θετική. Αλλά ποια μαθήματα καταργούνται; Ποιες εκπαιδευτικές ειδικότητες θα μείνουν έξω από το Λύκειο και πως θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση τις σχετικές συντεχνιακές πιέσεις που θα είναι αφόρητες; Μήπως η μείωση οδηγεί σε ένα περισσότερο τεχνοκρατικό και εξειδικευμένο Λύκειο εν αντιθέσει με αυτά τα ωραία και δημοκρατικά που ισχυρίζονται οι νομοθέτες; Δεν μας χρειάζεται η γενική, πολύπλευρη μόρφωση που διαμορφώνει ένα σκεπτόμενο πολίτη που μπορεί να διαχειριστεί ορθολογικά αγαθά και υπηρεσίες; Είναι ικανές οι «Δημιουργικές Δραστηριότητες» να καλύψουν τις ανάγκες των εφήβων για γνώσεις και δεξιότητες σε ευρύτερα γνωστικά πεδία; Θα ήταν ευχής έργον αλλά μιλάμε πάντα για το ελληνικό σχολείο και όλοι γνωρίζουμε σε τι καταλήγουν  οι περίφημες δραστηριότητες. Συνήθως «στην ώρα του παιδιού».

3. H αύξηση των ωρών διδασκαλίας των εξεταζομένων μαθημάτων είναι θετική. Αλλά ποιοι διδάσκουν τα μαθήματα αυτά και σε ποιο περιβάλλον; Η αξιοπιστία του εκπαιδευτικού έργου περνάει πρωτίστως από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και τον τρόπο επιλογής τους για τη διδασκαλία των πανελλαδικώς εξεταζομένων μαθημάτων. Που είναι ανύπαρκτα. Δεν αρκεί η αύξηση των ωρών για να αυξηθεί το ενδιαφέρον των μαθητών για τη σχολική διαδικασία. Χρειάζεται αναβάθμιση των υπηρεσιών, απαιτείται ποιότητα. Αυτά προσφέρουν τα ιδιωτικά σχολεία και τα φροντιστήρια. Αλλά ο έλεγχος για όσα συμβαίνουν μέσα στην σχολική τάξη και η αξιολόγηση είναι κάτι που το κυβερνών κόμμα και σύσσωμη η οπισθοδρομική αριστερά πολέμησε μέχρις εσχάτων.  

4.  Το 4ο μάθημα επιλογής στη Γ΄ Λυκείου, που επηρεάζει την εισαγωγή του υποψηφίου σε συγκεκριμένο τμήμα, ανοίγει μια μεγάλη βεντάλια επιλογών που είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πανελλαδικά και είναι αμφίβολος ο τρόπος με τον οποίο το μάθημα αυτό θα προσμετρηθεί. Σε ένα κατακερματισμένο σχολικό τοπίο με πολλά μικρά σχολεία παντού είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί από το υπάρχον προσωπικό η ζήτηση σε πολλά επιλεγόμενα μαθήματα. Γρήγορα οι πολλές επιλογές θα ακυρωθούν στην πράξη.

5. Με έκπληξη είδε η εκπαιδευτική κοινότητα τη συγχώνευση των μαθημάτων της Χημείας και της Βιολογίας. Είναι μια παλιά ιστορία στα πλαίσια της διαθεματικότητας. Πρόκειται για διακριτές επιστήμες με διαφορετικά περιεχόμενο και μεθοδολογία. Οδηγούν στην υποβάθμιση και των δύο μαθημάτων οι γνώσεις των οποίων είναι απαραίτητες για τη φοίτηση σε αρκετές δεκάδες σχολών. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί τους νομοθέτες. Προέχει το «φιλομαθητικό»  μέτρο της μείωσης των μαθημάτων. Και όλα αυτά σε μια εποχή όπου τόσο η Βιολογία όσο και η Χημεία αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία της ζωής μας. Και κάτι τεχνικό αλλά ουσιώδες. Ποιος θα διδάσκει το ομαδοποιημένο μάθημα; Χημικός ή βιολόγος; Και σε ποια ύλη; Θα γραφούν καινούργια βιβλία;

6. Η επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στα 18 χρόνια φαντάζει ως θετικό και φιλολαϊκό μέτρο. Είναι όμως; Διότι υπάρχει το ενδεχόμενο να εγκλωβίσει μαθητές που (για διάφορους λόγους) δεν ενδιαφέρονται για τη γενική εκπαίδευση σε 3 επιπλέον χρόνια διδασκαλίας τα οποία θα μπορούσαν να διαθέσουν μαθητεύοντας σε ένα ΙΕΚ  συνδεδεμένο με την παραγωγική διαδικασία, ώστε να αποκτούν επαγγελματική εμπειρία και προϋπηρεσία. Σήμερα τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν ανάγκη από πέτσινα απολυτήρια, μιας και ο δρόμος προς το δημόσιο είναι πλέον δύσβατος. Έχουν ανάγκη από πιστοποιημένες γνώσεις που οδηγούν στη δουλειά. Αν χρειαζόμαστε κάτι είναι τις ΕΠΑΣ και όχι τα ΕΠΑΛ.

Δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το ακριβές νομοσχέδιο που θα έρθει για διαβούλευση, αλλά ούτε και το είδος των αλλαγών που μπορεί να επιφέρει στη φιλοσοφία του. Από τις εξαγγελίες για κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων οδηγούμαστε σε διπλές εξετάσεις χωρίς ουσιώδη λόγο. Με μόνο κριτήριο την δήθεν αποφόρτιση των εξετάσεων που οδηγεί στην φαλκίδευση του αδιάβλητου και του σύννομου, άρα και στη μεγέθυνση του άγχους των διαγωνιζομένων. Υποθέτω ότι είναι ένα πρόχειρο κατασκεύασμα για να καλύψει το Υπουργείο την αδυναμία ή και την άρνησή  του να κάνει πραγματικές μεταρρυθμίσεις στο Λύκειο. Δυστυχώς οι κυβερνώντες δεν μισούν μόνο την αριστεία αλλά και την σύγχρονη, αποτελεσματική εκπαίδευση. Το ευτυχές; Δεν θα «προκάνουν». Ο πολιτικός τους χρόνος δεν επαρκεί.  Το ευτυχέστερο; Η κοινωνία δεν τσίμπησε. Γελάει με τα καμώματά τους



Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ευθύμης Δημόπουλος: Η σχολική επίδοση και ο κ. Γαβρόγλου.



Την τελευταία εβδομάδα, με αφορμή το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος του Γαβρόγλου για την κλήρωση των σημαιοφόρων επανήλθε η συζήτηση για τη βαθμολόγηση μαθητών στο Δημοτικό σχολείο και μαζί της τα αποπροσανατολιστικά συνθήματα του παιδαγωγικού λαϊκισμού στα οποία τόσο πρόθυμα κατέφυγε ο υπουργός Παιδείας. 

Ας δούμε πρώτα τι ισχύει σήμερα στο δημοτικό σχολείο ως προς τη βαθμολόγηση των μαθητών. Στις τέσσερις πρώτες τάξεις (Α΄- Δ΄ τάξη) δεν υπάρχουν βαθμοί αλλά μια υποτυπώδης αξιολόγηση τριών βαθμίδων: Α, Β, Γ. Στις δύο τελευταίες τάξεις (Ε΄ και ΣΤ΄) οι μαθητές βαθμολογούνται με πραγματική κλίμακα 8 – 10. Ουσιαστικά στις εργασίες, στα τεστ και στους ελέγχους υπάρχουν μόνο τρεις βαθμοί: 8, 9 και 10. Επιπλέον, αν και όλοι γνωρίζουν ότι ένα στοιχειώδες κριτήριο αντικειμενικής βαθμολόγησης είναι η φυσιολογική διασπορά της βαθμολογίας των μαθητών της τάξεως (Καμπύλη του Gaus), στο ελληνικό δημοτικό σχολείο το ποσοστό μαθητών που βαθμολογούνται με 10 ή Α είναι πάντα πολύ μεγαλύτερο από το ποσοστό αυτών που βαθμολογούνται με χαμηλή ή μέση βαθμολογία. Έτσι επικρατεί ένας πληθωρισμός επιβράβευσης που ακυρώνει την προσπάθεια και τη σταδιακή εξέλιξη του μαθητή.

Είναι τέτοια η στρέβλωση που αν κάποιος εξωτερικός παρατηρητής επιχειρούσε, μελετώντας τις βαθμολογίες δεκαετιών, να βγάλει συμπεράσματα για την επίδοση των μαθητών, την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων και την ποιότητα των αναλυτικών προγραμμάτων θα κατέληγε ότι το ελληνικό πρωτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί υποδειγματικά και παράγει αποτελέσματα υψηλής ποιότητας. Βέβαια, όχι μόνο αυτό δε συμβαίνει αλλά αντιθέτως η πλαστή αξιολόγηση της επίδοσης προκαλεί εφησυχασμό σε μαθητές και γονείς, αποπροσανατολίζει την παιδική προσωπικότητα, εθίζει τον εκπαιδευτικό στον κομφορμισμό και κυρίως κρύβει κάτω από το χαλί παθολογίες και προβλήματα δεκαετιών του δημοτικού σχολείου. 

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά ; Γιατί επικρατεί τέτοιου είδους στρέβλωση ως προς την αξιολόγηση της σχολικής επίδοσης ;
Η κυριότερη αιτία είναι μια χυδαία πρόσληψη της έννοιας της ενθάρρυνσης από το «αντιαυταρχικό πνεύμα» της συνδικαλισμένης παιδαγωγικής σύμφωνα με την οποία «η αξιολόγηση τραυματίζει». Σε εφαρμοσμένη μορφή αυτό σημαίνει πληθωρισμό αριστείας και όσο το δυνατόν λιγότερα φίλτρα στην εκπαιδευτική πορεία των μαθητών αλλά και των σπουδαστών. Όχι μαζική αλλά ισοπεδωμένη εκπαίδευση. Την εκπαίδευση αυτή υπηρετούν οι υπεύθυνοι παιδείας της σημερινής κυβέρνησης.

Ας σταθούμε λίγο παραπάνω στην παιδαγωγική έννοια της ενθάρρυνσης ειδικά στο δημοτικό σχολείο. Αναμφίβολα ο μαθητής πρέπει να ενθαρρύνεται αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την κολακεία. Η ενθάρρυνση χτίζεται δεν πλαστογραφείται. Αυτό σημαίνει ότι ο αδύναμος μαθητής θα υποστηριχθεί και θα εξασκηθεί με διαφοροποιημένες εργασίες, διαβαθμισμένα τεστ και φροντιστηριακή υποστήριξη. Ο εκπαιδευτικός θα συνεργαστεί με το οικογενειακό περιβάλλον του μαθητή και θα προσπαθήσουν να λύσουν από κοινού τους «κόμπους». Ο σύλλογος διδασκόντων θα συνεδριάσει και θα αναθέσει στον μαθητή πρωτοβουλίες που ενισχύουν την αυτοεικόνα του. Η ομάδα στη σχολική τάξη θα παράγει διαδικασίες μάθησης εκπαιδεύοντας τα μέλη της με συνεργατικές δράσεις. Επειδή όμως όλα αυτά θέλουν δουλειά και η εκπαιδευτική καθημερινότητα δεν έχει καταφέρει να τα ενσωματώσει, το ελληνικό δημοτικό σχολείο επιλέγει να ενθαρρύνει μέσω της πλαστής βαθμολογίας. Έτσι όμως καταλήγει να χαρίζει αλλά όχι να εκπαιδεύει και τελικά να αποσυνδέει τη μάθηση από τον μόχθο. 

Ο δεύτερος λόγος της στρέβλωσης είναι πιο πεζός, περισσότερο δημοσιοϋπαλληλικός. Η μεγάλη πλειοψηφία των δασκάλων προκειμένου να αντιπαρέλθει την πίεση παρεμβατικών γονέων μοιράζει δεκάρια με τη σέσουλα. Γιατί; Γιατί «σιγά μην κάτσω να χαλάσω τη ζαχαρένια μου με τον κάθε παλαβό». Με αυτή τη στάση όμως ο δάσκαλος αρνείται τον ρόλο του. Αρνείται να υπηρετήσει αυτό για το οποίο η δημοκρατική πολιτεία τον εκπαίδευσε: να εμπιστευθεί ανυπόκριτα τις λανθάνουσες δυνάμεις του μαθητή και να εργαστεί συστηματικά για την απελευθέρωσή τους. Αρνείται να αναλάβει ευθύνες κοινωνικοποίησης και εκπαίδευσης, να γίνει ακριβοδίκαιος κριτής και μέντορας της εκπαιδευτικής προσπάθειας του παιδιού. Μετατρέπεται σε έναν πατερναλιστή κόλακα που παριστάνει τον «φίλο» του μαθητή και αποκοιμίζει τον γονέα. Θα έπρεπε όλοι (δάσκαλοι και ηγεσία του υπουργείου) να ντρεπόμαστε για αυτή τη στρέβλωση. Όμως το αυτί του κύριου Γαβρόγλου δεν φαίνεται να ιδρώνει. Όχι μόνο δεν θέλησε να συγκρουστεί με αυτή τη στάση αλλά τη χρησιμοποίησε ως άλλοθι για να δικαιολογήσει το διάταγμα της κλήρωσης, λέγοντας ότι οι δάσκαλοι «τραβάνε πολλά από γονείς που ζητούν βαθμούς και πρέπει να τους προστατεύσουμε». 

Ήθελα να ξέρω ο υπουργός Παιδείας, οι σύμβουλοί του και οι οργανώσεις παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ που υπογραμμίζουν τα ταξικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας και διεκδικούν μια εκπαίδευση κοινής αφετηρίας και ίσων ευκαιριών έτσι αντιλαμβάνονται τη δημοκρατική ενσωμάτωση που οφείλει να πραγματώνει το σχολείο ; Χωρίς επίμονη και συστηματική προσπάθεια, χωρίς εξάσκηση και μόχθο, χωρίς ρόλους, χωρίς υιοθέτηση των αξιών του δημοκρατικού κράτους, χωρίς αξιολόγηση ; Τους αρκεί να μοιράζουν «καθρεφτάκια και χάντρες» σε γονείς και μαθητές ;

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Βάσω Κιντή: Βαριά πλάκα εσωστρέφειας πάνω σε ό,τι έχει μείνει ζωντανό


Υπονόμευση του πανεπιστημιακού θεσμόύ και της λειτουργίας των ιδρυμάτων. Αυτός είναι ο στόχος πλέον. Προετοιμασία της επόμενης μέρας. Αδύναμη δημοκρατία και φτωχή κοινωνία ως στόχος μιας νέας αντεπίθεσης. 
από την Καθημερινή
Τα πανεπιστήμια είναι από τους παλαιότερους θεσμούς που υπάρχουν. Εχουν ιστορία περίπου χιλίων χρόνων. Και επιβίωσαν σχεδόν απαράλλακτα στους αιώνες, διότι με τη μία ή την άλλη μορφή διατήρησαν τη σχετική αυτονομία τους. Ετσι μπορούσαν με σχετική ευελιξία να αντιμετωπίζουν κάθε φορά τις προκλήσεις της νέας εποχής. Μπορούσαν να προσαρμόζονται αλλά και να ανοίγουν νέους δρόμους στη σκέψη, στη γνώση, στην οικονομική και στη δημόσια ζωή.
Σε όλον τον κόσμο σήμερα που όλα είναι πιο διεθνοποιημένα και διασυνδεδεμένα από ποτέ, που τα πάντα, από πληροφορίες έως ανθρώπους, κινούνται με μεγάλες ταχύτητες, τα σοβαρά πανεπιστήμια σε όλη τη γη ανοίγονται στο μέλλον, ξεπερνούν τα όρια των πανεπιστημιουπόλεων και των εθνικών κρατών, μοιράζονται ερευνητικά δεδομένα και αποτελέσματα, μεθόδους έρευνας και διδασκαλίας, βιβλιοθήκες, ακαδημαϊκό προσωπικό, φοιτητές και προγράμματα. Δημιουργούν ακατάπαυστα νέους τομείς γνώσης και νέα επαγγέλματα, αλληλοτροφοδοτούνται με τη βιομηχανία, ιδρύουν εταιρείες και νέες θέσεις εργασίας, παράγουν προϊόντα υλικά και άυλα, κάνουν επενδύσεις, χτίζουν κτίρια, αλλάζουν τη φυσιογνωμία των πόλεων όπου εδρεύουν και των περιοχών που μελετούν, φέρνουν στο φως περιθωριοποιημένες και καταπιεσμένες ομάδες και ιστορίες, προσφέρουν στις τοπικές κοινωνίες και στην παγκόσμια κοινότητα. Φιλοξενούν στους πραγματικούς και οιονεί χώρους τους τους πιο διαφορετικούς ανθρώπους, τις πιο διαφορετικές ιδέες. Δημιουργούν τους όρους απρόσκοπτης συνομιλίας, ανταλλαγής εμπειριών και απόψεων. Ενθαρρύνουν την κριτική, τη συνεργασία, την πρωτοβουλία, τη συνεχή μάθηση. Καλλιεργούν τη διανοητική περιέργεια, την περισυλλογή, την επιμονή, τη διανοητική τόλμη. Παρεμβαίνουν στον δημόσιο διάλογο και στη δημόσια πολιτική.
Τι απ’ όλα αυτά αναγνωρίζουμε στο ελληνικό περιβάλλον; Μπροστά σ’ αυτόν τον διεθνή δημιουργικό οργασμό, με τις επιτυχίες, τα προβλήματα και τις προκλήσεις του, τα ελληνικά πανεπιστήμια στέκονται φτωχοί συγγενείς. Χωρίς λεφτά, χωρίς νέους δασκάλους, σε βρώμικα, εγκαταλελειμμένα κτίρια κουφάρια, με καχεκτικά συγγράμματα, απόντες φοιτητές, αδιάκοπες, ανούσιες εξετάσεις, παράλογη, πνιγηρή και άνευ αντικειμένου γραφειοκρατία, χωρίς πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων και διεθνή περιοδικά, βυθίζονται, μετά τη μικρή άνοιξη που έφεραν Γιαννάκου και Διαμαντοπούλου, στο τέλμα, στην καθυστέρηση και στην παρακμή. Περίκλειστα, αναχρονιστικά, καθηλωμένα και φοβικά, συντηρούν και στεγάζουν κρυφή και φανερή παρανομία, πνίγουν στα ρηχά τα όνειρα των νέων φοιτητών, ματαιώνουν φιλοδοξίες, αποθαρρύνουν και διώχνουν καθηγητές και ερευνητές, βγάζουν στην αγορά εργασίας αποφοίτους εγκαταλελειμμένους στη μοίρα τους. Λίγοι είναι αυτοί που πασχίζουν να τα κρατήσουν όρθια σε επαφή με το διεθνές περιβάλλον, να διασώσουν τα ελάχιστα, να σταθούν δίπλα στους φοιτητές τους, να κάνουν τη δουλειά τους όσο καλά μπορούν, να παρακολουθήσουν τις διεθνείς εξελίξεις, επαιτώντας άρθρα περιοδικών από συναδέλφους και φοιτητές τους στο εξωτερικό ή αναζητώντας τα κλεψίτυπα στο Διαδίκτυο. Τι ήττα για τη χώρα και για τους νέους, τι ματαίωση!
Κι έρχεται σήμερα ο υπουργός Παιδείας, σε συνέχεια των άλλων υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ, να βάλει μια βαριά πλάκα εσωστρέφειας, υπερρύθμισης και παραλογισμού πάνω σε ό,τι έχει μείνει ζωντανό και κινείται. Ασφυκτικός συγκεντρωτισμός (ο υπουργός αποφασίζει αν η λειτουργία ΑΕΙ δικαιολογείται επιστημονικά, δίνει ο ίδιος ακαδημαϊκή αναγνώριση στα 5ετή μάστερ, ιδρύει κατευθύνσεις εντός σχολών και τμημάτων, ορίζει σε συνεργασία με τον υπουργό Οικονομικών την αμοιβή και τις προϋποθέσεις πρόσκλησης επισκεπτών καθηγητών από το εξωτερικό που θα δημοσιεύεται σε ΦΕΚ), προχειρότητα (διετή προγράμματα χωρίς πρόβλεψη χρηματοδότησης και οργάνωσης), παραλυτική γραφειοκρατία (κάθε μήνα οι ΕΛΚΕ θα υποβάλλουν στο υπουργείο δημοσιονομικές αναφορές με απολογιστικά στοιχεία δαπανών και εσόδων). Κανένα σχέδιο, καμία πνοή, καμία προοπτική. Κυνική χρησιμοποίηση των πανεπιστημίων για το κομματικό ακροατήριο (άσυλο-παράδοση στην ανομία, συνδιοίκηση με φοιτητές-παράδοση στη συνδιαλλαγή) και την ικανοποίηση συντεχνιών, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση και λογοδοσία. Μικροπολιτική σε έναν μυωπικό και ιδιοτελή μικρόκοσμο. Και, επιπλέον, έρχεται ο υπουργός να αποσύρει τα ελληνικά πανεπιστήμια από τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπου δικαιωματικά ανήκουν γεωγραφικά, ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά.
Αναρωτιέμαι, η ελληνική κοινωνία πώς δέχεται αυτή τη μοίρα παρία που επιφυλάσσει η κυβέρνηση στους νέους της χώρας; Πώς δέχονται οι φοιτητές να τους χρησιμοποιούν για παιχνίδια ισχύος μέσα σε διοικητικά όργανα για πράγματα που δεν έχουν ιδέα καθώς καλούνται να ψηφίζουν π.χ., για την αλλαγή του γνωστικού αντικειμένου καθηγητών, την κατάρτιση των εκλεκτορικών τους, για την ανάθεση αυτοδύναμης διδασκαλίας σε άλλο προσωπικό, για τα διανεμόμενα συγγράμματα, για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, κλπ., όταν θα έπρεπε να διεκδικούν την πιο σύγχρονη μόρφωση και την επαγγελματική τους προετοιμασία; Γιατί συμβιβάζονται με τη μετριότητα όταν στους συναδέλφους τους στο εξωτερικό προσφέρονται οι όροι για να ανακαλύψουν απερίσπαστοι τις κλίσεις τους, να συνδεθούν με την ανθρώπινη γνώση στη διαδρομή της ιστορίας, να διαμορφώσουν την ακαδημαϊκή διαδρομή τους και τα προσόντα τους, να χτίσουν την επαγγελματική τους φυσιογνωμία; Γιατί δεν διεκδικούν το μέλλον αλλά αφήνουν να τους καθηλώσουν σε ένα μίζερο παρελθόν;
* Η κ. Βάσω Κιντή είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ.

Το ακαδημαϊκό άσυλο ως ποινική ασυλία




Ξέρουν ότι φεύγουν. Μπορεί και σύντομα. Οτιδήποτε νομοθετούν έχει την πρόθεση ναρκοθέτησης της δημοκρατικής κοινωνίας. Η υπόθεση του πανεπιστημιακού ασύλου είναι μια από αυτές. Επιτρέπει και πάλι σε όποιον θέλει να καταστρέφει την εκπαιδευτική διαδικασία χωρίς ποινικές επιπτώσεις. Σιγή ασυρμάτου από τα πανεπιστήμια. Ευνόητη. Η επιστροφή στα 80s άρεσε. Ξεκουράζει. Πολύ πολύ δύσκολα και με πολλές αντιστάσεις εκ μέρους της κάθε Αριστεράς θα ξαναδούμε προοδευτικό και σύγχρονο νόμο πλαίσιο στα ΑΕΙ. Ολοι αυτοί που τώρα ανέχονται ή επικροτούν την καταστροφή, τότε θα βγουν στο μεϊντάνι να υπερασπιστούν το δικαίωμα του κάθε άρρωστου να σπάει. Εδώ θα είμαστε και θα τα ζήσουμε. Ακολουθεί ένα θαυμάσιο κείμενο περί ασύλου.

Νικόλαος Μπιτζιλέκης
από την Καθημερινή
Η​​ διάταξη για το άσυλο στον νέο νόμο για τα ΑΕΙ δεν θα είχε κάποια ιδιαίτερη αξία (τα δικαιώματα που αναγνωρίζει για την ελευθερία στην έρευνα και διδασκαλία είναι ήδη συνταγματικά κατοχυρωμένα για όλους στο άρθρο 16) αν δεν ακολουθούσε η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του νόμου, η οποία προσφέρει στην ουσία μια ποινική ασυλία. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η «επέμβαση της δημόσιας δύναμης σε χώρους των ΑΕΙ επιτρέπεται αυτεπαγγέλτως σε περιπτώσεις κακουργημάτων και εγκλημάτων κατά της ζωής και ύστερα από απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση».
Το πρώτο ζήτημα που θέτει η ρύθμιση της μη επέμβασης είναι η έκδηλη ασάφεια σχετικά με το ποιοι είναι οι «προστατευόμενοι»χώροι: αυτοί που απλώς ανήκουν σε ΑΕΙ (γραφεία διοίκησης, λέσχες, κυλικεία, πάρκα); Ή οι χώροι όπου ασκείται ακαδημαϊκή έρευνα και διδασκαλία; Τέτοιοι είναι και τα εκτός ΑΕΙ νοσοκομεία, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα φυτώρια και οι βιότοποι, όπου εκπαιδεύονται οι φοιτητές και λαμβάνει χώρα ακαδημαϊκή έρευνα. Ή μήπως διαφορετικού βαθμού προστασία απολαμβάνει η ακαδημαϊκή έρευνα εντός των χώρων των ΑΕΙ από αυτή εκτός;
Προφανής είναι επίσης η δυσκολία το Πρυτανικό Συμβούλιο να πρέπει να ασκήσει οιονεί ποινική εξουσία, διακρίνοντας το είδος των αξιόποινων πράξεων – μια διάκριση που προσδιορίζεται όχι μόνο από τα αντικειμενικά δεδομένα της πράξης αλλά και από τα υποκειμενικά στοιχεία του πράττοντος (δόλος και βαθμός του, αμέλεια). Η εγγενής αυτή δυσκολία οδηγεί αναπόφευκτα σε αδρανοποίηση του αρμόδιου οργάνου.
Ωστόσο, το σημαντικότερο πρόβλημα του ασύλου είναι ότι εισάγει έναν διττό περιορισμό της συνταγματικά αναγνωρισμένης προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών στον χώρο των ΑΕΙ. Ο πρώτος περιορισμός συνίσταται στο ότι με το άσυλο η προστασία των ατομικών ελευθεριών στους πανεπιστημιακούς χώρους, κομμάτι της οποίας είναι και η ποινική προστασία, εξαρτάται από τρίτα πρόσωπα. Με άλλα λόγια, κάποιος που βλέπει να καταστρέφονται ή να αφαιρούνται προσωπικά ή ερευνητικά του αντικείμενα, κάποιος που προπηλακίζεται ή με βία εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το γραφείο ή το εργαστήριό του, να διδάξει ή να διδαχθεί, αποστερείται της άμεσης προστασίας της πολιτείας στα δικαιώματά του αυτά, αφού είναι υποχρεωμένος να ζητήσει για την προστασία τους την άδεια του Πρυτανικού Συμβουλίου.
Η εξάρτηση λοιπόν της παρεχόμενης θεσμικής ποινικής προστασίας από ένα πανεπιστημιακό όργανο που δύσκολα συγκροτείται και ακόμη πιο δύσκολα αποφασίζει, όπως η ιστορική εμπειρία απέδειξε, σχετικοποιεί την απόλυτη προστασία που ρητώς επιφυλάσσει το Σύνταγμα (άρθρο 5 παρ. 2), εκτός από τη ζωή, και για την τιμή και την ελευθερία όλων όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια. Ο περιορισμός αυτός μάλιστα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ακόμη και αν εθεωρείτο αναγκαίος, με το ότι γίνεται χάριν προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας και έρευνας, καθώς η τελευταία είναι νοητή μόνο με την εγγύηση όλων των λοιπών ατομικών ελευθεριών των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Ο δεύτερος περιορισμός αναφέρεται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση των κρατικών οργάνων να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Οταν στην προστατευτική δράση αυτών των οργάνων παρεμβάλλονται και όργανα, όπως το Πρυτανικό Συμβούλιο, θεσμικά παντελώς αναρμόδια για την ποινική προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών, η εν λόγω διασφάλιση ούτε ανεμπόδιστη ούτε αποτελεσματική μπορεί να θεωρηθεί.
Τέλος, η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να είναι συνάρτηση του χώρου άσκησής τους. Η παραίτηση της εγγύησης προστασίας εκ μέρους της πολιτείας στους χώρους των ΑΕΙ δημιουργεί όχι ένα ελεύθερο, άλλα ένα φοβικό και ελεγχόμενο πανεπιστήμιο.
* Ο κ. Νικόλαος Μπιτζιλέκης είναι καθηγητής Ποινικού Δικαίου στο ΑΠΘ.

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Το "όπλο" παρά πόδα



Έχω και μερικούς που νομίζουν ακόμα πως οι τύποι είναι ΚΚΕ εσωτερικού, κάτι σαν το Μπάμπη το Δρακόπουλο, το Φιλίνη και τον Κύρκο. Κομμουνιστές ήταν και κείνοι αλλά είχαν ένα ήθος, μια αρχοντιά, μια υψηλή αισθητική. Είχαν βιώσει τον εμφύλιο, τη φρίκη του πολέμου και της εξορίας είχαν διαβάσει και πολύ και είχαν καταλάβει βαθιά τι παίχτηκε τη δεκαετία του 40. Δεν ανέφεραν ποτέ το Βελουχιώτη. Δεν ήθελαν να τα ξαναζήσουν. Γι αυτό ήταν  cool και διαλλακτικοί, συμπαθούσαν τη δυτική Ευρώπη και σέβονταν όσο κανένας άλλος τη δημοκρατία. Αυτή που είχαν στερηθεί, αλλά και αυτή που είχαν αποπειραθεί να σκοτώσουν στο όνομα ενός άλλου κόσμου που…..

Ήξεραν και τι σήμαινε «λαϊκή δημοκρατία», αλλά δίσταζαν να το πούνε καθαρά, κομμουνιστές ήταν οι άνθρωποι. Γι αυτό και είχαν οι περισσότερο απορρίψει το σοβιετικό μοντέλο και ονειρεύονταν ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Κάπως του στυλ θα πεινάμε αλλά δημοκρατικά. Δεν γίνονταν όμως. Άμα πεινάμε θέλουμε να φάμε και αν δεν βρίσκουμε, θα φάμε τους κομισάριους της πείνας, άρα το ανθρώπινο πρόσωπο πάει περίπατο και έρχεται το απεχθές πρόσωπο της βίας. Και σ’ αυτό το παιχνίδι νικάει πάντοτε η κρατική βία. Το έχουμε ξαναδεί. Ολοκληρωτισμός λέγεται.

Οι κυβερνώντες εδώ δεν είναι τίποτα από αυτά, δεν είναι Κνίτες, δεν είναι Ρηγάδες, δεν είναι του Μπανιά, ούτε του Αλαβάνου. Είναι ένα αμάλγαμα συστατικών εκ των «δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων» που ευδοκίμησαν κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Λόγω δανεικής και επιχορηγούμενης ευημερίας δεν τους είχαν προσέξει για να τους δώσουν τη θέση που τους άξιζε στο πάνθεον της δημοκρατίας μας. Εξάλλου όλοι οι προηγούμενοι ήταν λίγο πολύ επαρκείς. Ήξεραν τους κανόνες, σέβονταν στοιχειωδώς τους θεσμούς, έπαιζαν προσεκτικά το δημοκρατικό παιχνίδι, μοίραζαν χρήματα και δικαιώματα, κρατούσαν τις ισορροπίες και ανέβαζαν το ΑΕΠ, το βιοτικό επίπεδο και το χρέος της χώρας. Κάποιοι και τις καταθέσεις τους.  Όταν τους απογοήτευσαν οι βασικοί, κατέφυγαν στους εναλλακτικούς που παλιότερα δεν κάθονταν ούτε στον πάγκο.

Μόνο που αυτοί εδώ τρέχουν σε άλλο couloir. Έμαθαν τα πολιτικά τους γράμματα σε διαφορετικά σχολεία και είπαν να κάνουν μίξεις διάφορες να είναι και alternative το αποτέλεσμα. Άλλοι τα έμαθαν σε hard κουκουέδικα θρανία με σφυρί, δρεπάνι και γροθιά, αλλά σε soft εσωτερικά, με μια κάποια essence αριστερής εξτραβαγκάντσιας, άλλοι στα γόνατα του Άκη με το μάτι να γυαλίζει από τη βουλιμία και άλλοι με τη χήρα του Μάο (ή χωρίς αυτήν) και τη στρατιά που κατεβαίνει με το Κίτρινο ποτάμι. Η βιοποικιλότητα της ευρύτερης αριστεράς. Όλοι όμως πιστεύουν ακράδαντα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ότι την εξουσία δεν την χαρίζεις σε κανένα, ότι το ψέμα επιβάλλεται αν είναι να εξαπατήσεις τα πλήθη πάντα για το καλό τους. Όταν κατάλαβαν τι θέλουν οι λαϊκές μάζες τους το πρόσφεραν απλόχερα και σε παραλλαγές ώστε να μην αφήσουν κανέναν και καμιά παραπονεμένους. Και οι μάζες τους δικαίωσαν. Αγόρασαν μαζικώς.

Μετέτρεψαν σε ιδεολογία και πολιτική την χαλαρή κουβέντα του πιο λούμπεν καφενείου. Τα χειρότερα talk show της trash ΤV. Tη brutality μιας χουλιγκάνικης παρέας. Είδαν ότι ο κόσμος διψούσε να τα δει όλα αυτά στο βάθρο και αυτοί τα αγκάλιασαν και τα νομιμοποίησαν. Γι αυτό και τα βρήκαν με το ακροδεξιό λουμπεναριάτο. Μια τολμηρή μίξη που τους βγήκε, καταπληκτικά. Φρικιά, φασιστοειδή, εναλλακτικοί, ομοφοβικοί, πουτινόφιλοι, εθνικιστές, ευρω-κομμουνιστές αλλά και σκέτοι κομμουνιστές, εκσυγχρονιστές, ισλαμολάγνοι, χριστιανοί, ευρωπαϊστές, πολιτικά ορθοί και καθιστοί όλοι μια παρέα. Και οικολόγοι, όλα κι’ όλα, οικολόγοι όλοι. Η πλάκα είναι ότι αυτή είναι ακριβώς η κοινωνία μας, η Ελλάδα της κρίσης. Οι τύποι χτύπησαν διάνα.

Όλοι τους, για παράδειγμα, έχουν και κοστούμια και γραβάτες. Στους γάμους της ξαδέρφης και στα βαφτίσια του εγγονού πως πήγαιναν παλιότερα όταν δεν το παιζαν λαμέ φρικιά; Απλά τώρα θέλουν να δείξουν μια κάποια αντισυμβατικότητα, μια ασέβεια προς τους κανόνες και τα έθιμα του αστισμού. Πάνε και τρώνε στα έδρανα της βουλής, κοιμούνται στο περιστύλιο, καπνίζουν όπου λάχει, φοράνε κάτι χίπικα, πετάνε κοτσάνες στα κανάλια, βρίζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ασέβεια σε αυτά δεν τους είναι κάτι ξένο, αλλά δεν είναι και τόσο ανάγωγοι. Δεν υποκρίνονται σώνει και καλά, αλλά θέλουν και να προκαλέσουν. Υπάρχει γενικώς μια διαταραχή και ένα μπέρδεμα. Αλλά το κοινό γουστάρει. Γουστάρει ο λαϊκός γιατί βλέπει τη γενιά του και ευφραίνεται η καδιά του, γουστάρει και ο «κάπως αλλιώς» γιατί το θεωρεί cult και alternative. Αντισυστημικό.

Και όλα αυτά θα ήταν απλώς μια πλάκα αν το πράγμα δεν πήγαινε και σε πιο δύσκολα μονοπάτια, πιο βαθιά μέσα στο σώμα της δημοκρατίας. Πόσο βαθιά όμως, και πόσο επικίνδυνα;

Πήγαν και έμπλεξαν με το Βαρουφάκη, χωρίς σοβαρό λόγο. Ούτε τον ήξεραν, ούτε δικός τους ήταν, ούτε και πουθενά δοκιμασμένος. Πουλούσε όμως η δημόσια εικόνα του. Οκ μέχρι εδώ. Και του ανοίγονται. Και του αναθέτουν και plan Χ ενώ ο στενός πυρήνας ξέρει ότι στο τέλος θα πάνε τα πάσα τους. Και συζητούν μαζί του για «ΙΟΥ» και μπούκες σε ξένα λεφτά. Και έτσι στο σβηστό ξεπερνούν τα όρια του τσαμπουκά με την ΕΕ και κλείνουν οι τράπεζες. Φαντάζει γελοίο, ειδικά εκ του αποτελέσματος, αλλά είναι ένα γεγονός που ζήσαμε που αποδεικνύει ότι οι πιθανότητες να είχαμε καταστραφεί ολοσχερώς  ήταν πολλές. Στο τέλος όμως μένει ένα όνειδος που κανείς δεν ξέρει αν πράγματι το νιώθουν. Υπάρχει ένα προβληματάκι με τη συναισθηματική νοημοσύνη.

Σήμερα στήνουν ένα δημόσιο καυγά με τη δικαιοσύνη και πάλι χωρίς σοβαρό λόγο. Την πρόσβαση ούτως ή άλλως την έχουν, κυβέρνηση είναι. Είναι όμως σαφές ότι πρέπει να νομοθετούν σύμφωνα με το σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις. Σε (αστική) δημοκρατία κυβερνούν όχι σε ελευθεριακό κοινόβιο. Υπάρχει μια διάκριση εξουσιών, η εκτελεστική εξουσία δεν είναι ανεξέλεγκτη. Δεν μπορεί ο ΔΥ να ψηφίζει το διευθυντή του, δεν μπορεί ο υπουργός να υποκαθιστά το ΕΣΡ,  δεν μπορεί η κυβέρνηση να έχει λόγο στη σύνθεση των δικαστηρίων, ή στις διοικήσεις συλλογικών δικαστικών οργάνων. Δεν μπορεί  να διαμαρτύρεται εν σώματι σε αποφάσεις δικαστηρίων που άπτονται της πολιτικής. Στο φινάλε δηλώνει αδυναμία διακυβέρνησης και απώλεια ελέγχου. Δεν μπορεί να μιλά για αποφάσεις που δεν λαμβάνουν υπόψη «το δημόσιο περί δικαίου αίσθημα» γιατί αυτό το αίσθημα είναι ο ορισμός του φασισμού. Αλλά δεν το καταλαβαίνουν; Ή ανακάλυψαν και πάλι ξαφνικά ότι είναι οι αντιεξουσιαστές στην εξουσία;

Στην Παιδεία γενικώς δείχνουν μια εμμονή στην επιστροφή στα 80s. Ασφυκτικός έλεγχος των πανεπιστημίων από το κράτος, απαξίωση της έρευνας και των μεταπτυχιακών, διευκολύνσεις παντός είδους σε όποιους θέλουν να καταστρέφουν την εκπαιδευτική διαδικασία, επαναφορά των φοιτητικών παρατάξεων στη διοίκηση των ΑΕΙ αλλά και στον έλεγχο των εκπαιδευτικών  προγραμμάτων. Όλα αυτά φαντάζουν ανεξήγητα το 2017, αλλά αν σκεφτεί κανείς ότι όλα αυτά ήταν ανέκαθεν αιτήματα των αριστερίστικων ομάδων των ΑΕΙ, βρίσκει την αιτία. Η εναλλακτική αριστερά δεν αγαπά τη σύγχρονη και υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Είναι καπιταλιστικός πυλώνας.

Τέλος, θα σημείωνα και την χαρακτηριστική ανοχή που δείχνουν στις δραστηριότητες αναρχικών, κατά δήλωσή τους, συλλογικοτήτων. Που ενίοτε καταστρέφουν τόσο ιδιωτική όσο και δημόσια περιουσία  ατιμώρητα. Ενώ γνωρίζουν ότι τέτοια γεγονότα ενοχλούν το σύνολο της κοινωνίας. Και υποδηλώνουν αδυναμία των κυβερνώντων να εγγυηθούν μια στοιχειώδη ασφάλεια και τάξη.

Γιατί όλα αυτά; Θεωρώ ότι έχουν αντιληφθεί ότι απέτυχαν. Όχι μόνο με τα αξιακά δεδομένα μιας υγιούς δημοκρατικής διακυβέρνησης, αλλά ακόμα και με τα δεδομένα της Αριστεράς. Κανένας από τους στόχους δεν επετεύχθη. Ούτε παράλληλο πρόγραμμα, ούτε αντίμετρα, ούτε πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, ούτε ελαφρύνσεις παντός είδους. Δυο μνημόνια υπέγραψαν με όρους πολύ πιο δυσβάστακτους από τα προηγούμενα και αυτό δεν κρύβεται. Η υπόθεση κουρέματος του χρέους χάθηκε όπως ήταν βέβαια γνωστό, αλλά και δεν πήραν ούτε μια υπόσχεση. Αντιθέτως η απελπισμένη και μάταια έξοδος στις αγορές βοηθά όλους αυτούς που ήταν αντίθετοι του κουρέματος. Ποιος δυτικός ηγέτης θα τολμήσει να ζητήσει από τους πολίτες του να παραιτηθούν από τα δανεικά μιας χώρας η οποία ήδη δανείζεται από τις αγορές με υψηλά επιτόκια.

Η πολυπόθητη ανάπτυξη είναι μια αργή διαδικασία και έχει δύο προϋποθέσεις. Και οι δύο είναι τελείως ασύμβατες με τα αριστερά δεδομένα. Η πρώτη είναι οι μεταρρυθμίσεις του κράτους. Που πρέπει να είναι βαθιές και δομικές και να στοχεύουν εκτός των άλλων και σε σμίκρυνση του δημοσίου. Ποια αριστερά όχι μόνο αυτή του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να το δεχτεί; Παράλληλα πρέπει να μειωθεί το κόστος λειτουργίας και να αυξηθεί η αποδοτικότητα. Η κοινωνία θα αντιδράσει με κριό τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Πως θα το αντέξουν;

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι οι διευκολύνσεις στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι παραχωρήσεις στον καπιταλισμό. Τα μέτρα που έρχονται τραυματίζουν το δικαίωμα στην απεργία και ελαστικοποιούν ακόμα περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις. Το είδος της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει τόσο το φοροδιαφυγή όσο και την εισφοροδιαφυγή. Αυτά τα ζούμε ήδη. Συνεπώς τουλάχιστον στην αρχή της ανάπτυξης το κράτος δεν θα δει τα φορολογικά του έσοδα να αυξάνονται σημαντικά. Η κοινωνική πολιτική θα καθυστερήσει. Άρα ούτε αυτό το στόρυ μπορεί να γυρίσει το χαρτί υπέρ τους.

Καθώς το όνειρο της αριστερής διακυβέρνησης ξεθωριάζει στο οικονομικό πεδίο που κυρίως απασχολεί τον Έλληνα, το μόνο που απομένει στην αριστερά είναι να δώσει τη μάχη των συμβολισμών μέχρι το τέλος. Να γλυκάνει την ήττα. Να διατηρήσει ένα καλό ποσοστό που θα της επιτρέψει να προβάλει ως ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση διεκδικώντας τα αντίθετα από αυτά που υπέγραψε με τους θεσμούς. Να κρατήσει τις βάσεις της στη νεολαία, στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στους δημόσιους υπαλλήλους, στο συνδικαλισμό, στους ακραίους ακτιβιστές. Για να μπορεί να επανέλθει ισχυριζόμενη ότι δεν πρόδωσε τα ιερά και τα όσια της παράταξης, αλλά υπέκυψε έναντι υπέρτερων καπιταλιστικών και φιλελεύθερων δυνάμεων.

Η κανονικότητα της κοινωνίας δεν τους ενδιαφέρει. Προέχει το κομματικό και ιδεολογικό κόστος. Η ιστορία της αριστεράς είναι γεμάτη από το «μετά». Πρέπει οι βασικοί πυλώνες της δημοκρατίας, όπως η ιδιωτική οικονομία, η δικαιοσύνη, η παιδεία, η ασφάλεια, τα μέσα ενημέρωσης να βρεθούν αδύναμα και καθημαγμένα ώστε πάνω σ’ αυτές τις αδυναμίες να χτιστεί και πάλι μια αντεπίθεση. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού που λέγαμε παλιά.           


Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Κίμων Χατζημπίρος: Ο χρόνος υπάρχει;





Ex scientia 6 books' journal

Ο χρόνος υπάρχει;

Κίμων Χατζημπίρος

Οι άνθρωποι σκέφτονται τον χρόνο σαν ποτάμι που ρέει ασταμάτητα και τους παρασέρνει. Η αντίληψη αυτή ίσως είναι ψευδαίσθηση που οδηγεί σε μια επιφανειακή κατανόηση του κόσμου. Κάπως σαν το χρώμα που φαίνεται μακροσκοπικά, αλλά τα μικροσκοπικά άτομα της ύλης δεν είναι χρωματιστά ή σαν το χρήμα που κινεί την οικονομία, αλλά δεν έχει πραγματική αξία. Όταν εμφανίζεται μέσα από τα γεγονότα, ο χρόνος θεωρείται κάτι αυτονόητο, τον νοιώθουμε διαισθητικά, όταν όμως απομονωθεί γίνεται αίνιγμα για την σκέψη. Επιπλέον, η ιδέα μας για τον χρόνο επηρεάζεται από την υπαρξιακή σχέση που αναγκαστικά έχουμε μαζί του. Οι δυνατότητες υπέρβασής του ή το ενδεχόμενο να μην υπάρχει είναι θελκτικές προκλήσεις.


Ιστορία

Ο χρόνος γίνεται αντιληπτός σαν ρευστό που διέπει κινήσεις, προκαλεί γήρανση, φθείρει ή διαβρώνει, ωριμάζει καταστάσεις και κρασιά! Πειράματα δείχνουν ότι τα ζώα πλην του ανθρώπου ζουν σ’ ένα συνεχές παρόν, αν και το σώμα τους έχει βιολογικά ρολόγια. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον με επίγνωση της μη αναστρέψιμης παρέλευσης του χρόνου. Τα ημερονύκτια, οι εποχές, οι παλίρροιες, οι περιοδικές κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δημιούργησαν στις αρχαίες κοινωνίες την ιδέα ενός χρόνου κυκλικού. Σταδιακά, η αύξηση της γνώσης υποχρεώνει τόσο την κοινή γνώμη όσο και την φιλοσοφία να αναθεωρούν τις πεποιθήσεις τους. Η κυκλική αντίληψη της ιστορίας έγινε γραμμική, υπό την επίδραση τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά και της θρησκευτικής υπόσχεσης περί κάποιου τέλους. Η εφεύρεση των χρονομέτρων και οι ανάγκες ρύθμισης της κοινωνικής ζωής παρήγαγαν την αίσθηση της γραμμικής ροής ενός χρόνου ομοιογενούς, που μετριέται με ωρολόγια και ημερολόγια.

Η ικανότητα να συνθέτουμε τις εμπειρίες μας σε μονοδιάστατη χρονική συνέχεια είναι ένα πολύπλοκο πρόσφατο προϊόν της βιολογικής και κοινωνικής εξέλιξης.
Χρειάστηκαν αιώνες για να ξεπερασθεί η ιδέα του κυκλικού χρόνου. Η νεωτερική σκέψη έδωσε στον χρόνο φορά προς τα εμπρός και η αναπόφευκτη εξέλιξη επικυρώνει την γραμμικότητά του. Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού καλλιέργησε την ιδέα της προόδου, που τους τελευταίους αιώνες θεωρείται περίπου φυσική. Ήδη τον 16ο αιώνα εμφανίζονται εκτιμήσεις ότι ο άνθρωπος προοδεύει και γίνεται ικανός να καταγράφει και να διαδίδει τους μηχανισμούς της εξέλιξής του, μέσω της τυπογραφίας. Διανοούμενοι της ανερχόμενης αστικής τάξης τον 17ο και 18ο αιώνα ονειρεύτηκαν την χειραφέτηση, ενώ ήδη από την Αναγέννηση η επιστήμη έχει αναδυθεί σταδιακά ως καθοριστικός παράγων της κοινωνικής εξέλιξης. 

Θερμοδυναμική, ψυχολογία, κοσμολογία

Ποτέ δεν είδαμε ένα ποτήρι που θρυμματίστηκε στο πάτωμα να ξαναφτιάχνεται αυθόρμητα. Ο πάγος λυώνει αυθόρμητα μέσα στο ζεστό ποτό και το ψύχει, αλλά δεν παρατηρούμε ένα ζεστό ρόφημα και ένα κομμάτι πάγου να παράγονται από ψυχρό ρόφημα. Αιτία είναι το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα, ο θεμελιώδης φυσικός νόμος που επιβάλλει την τάση αυθόρμητης αύξησης της εντροπίας ενός συστήματος. Επειδή οι καταστάσεις με μικρότερη εντροπία είναι λιγότερες αλλά όλες οι καταστάσεις έχουν ίσες πιθανότητες, μια τυχαία αλλαγή τείνει στατιστικά να φέρει το σύστημα σε μια κατάσταση αυξημένης εντροπίας. Αν π.χ. το σύστημα ήταν τα κομμάτια ενός παζλ, ένα τυχαίο ανακάτεμα πιθανότατα δεν θα τα έφερνε στη μοναδική κατάσταση της οργανωμένης εικόνας αλλά σε κάποια από τις πολλές καταστάσεις αταξίας. Συνεπώς, η εντροπία προσανατολίζει το θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου.  

Βέλος του χρόνου εμφανίζεται στην δραστηριότητα των ανθρώπων, αφού ξέρουν τί συνέβη χθες, όχι τί θα συμβεί αύριο και μπορούν να επηρεάσουν το αύριο, όχι το χθες. Το παρόν των ανθρώπων δεν είναι πάντοτε ακαριαίο, π.χ. η παρακολούθηση της μουσικής υποχρεωτικά συνδυάζει ακούσματα λίγο πριν και λίγο μετά την παρούσα στιγμή. Η υποκειμενική μας αίσθηση παρέλευσης του χρόνου και οι  ιστορικές ή ψυχολογικές μεταβολές συνδέονται με το θερμοδυναμικό βέλος και ίσως οφείλονται στο ό,τι δεν περιγράφουμε τον κόσμο με ακρίβεια και επαρκείς μεταβλητές, όπως η Μηχανική, αλλά με τρόπο στατιστικό, όπως η Θερμοδυναμική.

Η μεταβολή του Σύμπαντος ορίζει το κοσμολογικό βέλος του χρόνου, αφού με αρχή το Big Bang, το Σύμπαν συνεχώς διαστέλλεται. Μετά από 10100 έτη, ακόμα και οι μαύρες τρύπες θα έχουν εξατμισθεί λόγω εκπομπής ακτινοβολίας, οπότε αναμένεται ένα τέλος του χρόνου, ο λεγόμενος θερμικός θάνατος, εκτός αν το Σύμπαν περάσει σε φάση συστολής, οπότε ο χρόνος δεν τελειώνει. Οι αρχικές συνθήκες του Σύμπαντος κάνουν το κοσμολογικό βέλος ομόρροπο του θερμοδυναμικού, το οποίο θεωρείται ότι δεν αλλάζει μέσα στις μαύρες τρύπες ή σε ενδεχόμενη συστολή. Πάντως, αφού οι  εξισώσεις της Μηχανικής που διέπουν την χρονική εξέλιξη του κόσμου είναι συμμετρικές ως προς την φορά του χρόνου, τα πράγματα θα μπορούσαν θεωρητικά να συμβούν και προς την αντίθετη χρονική κατεύθυνση.

Διαισθητικά, υιοθετούμε την λανθασμένη εικόνα του «απόλυτου χρόνου». Η αίσθηση ενός  χρόνου ίδιου για όλους ταιριάζει στην καθημερινή ζωή, δεδομένου ότι γύρω μας βλέπουμε ταχύτητες πολύ μικρότερες από την ταχύτητα του φωτός, δημιουργεί όμως την αυταπάτη ότι υπάρχει ένα παρόν σε όλο το Σύμπαν. Με τον απόλυτο χρόνο του Νεύτωνα, σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί μονοσήμαντα μια χρονολογία και σε κάθε δύο γεγονότα μια χρονική διαφορά ανεξάρτητη από τόπο ή χρόνο και μηδενική αν τα γεγονότα είναι ταυτόχρονα. Όμως, σύμφωνα με την σημερινή γνώση, ο κόσμος διέπεται από την Σχετικότητα του Αϊνστάϊν και ο χρόνος δεν είναι εξωτερικό στοιχείο αλλά συνδέεται αξεχώριστα με τον χώρο. Κάθε παρατηρητής έχει τον δικό του χρόνο και ο ιδιαίτερος χρόνος κάθε αντικειμένου καθορίζεται από την γεωμετρία του χωροχρόνου, ήτοι το πεδίο βαρύτητας όπου το αντικείμενο πραγματοποιεί μια χωροχρονική τροχιά. Δεν υπάρχει, μέσα στο Σύμπαν ή έξω, κάποιο ρολόϊ που οι δείκτες του δείχνουν τον παγκόσμιο χρόνο.

Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας περιγράφει επιτυχώς το Σύμπαν, εκτός από ειδικά σημεία, όπως η κατάσταση προ του Big Bang. Δεν έχει διαψευσθεί ποτέ, ερμηνεύει τα δυαδικά πάλσαρ ή τα προσφάτως παρατηρηθέντα βαρυτικά κύματα και επιβεβαιώνεται από ακριβέστατα ατομικά ρολόγια. Προτείνει ένα τετραδιάστατο Σύμπαν, όπου περικλείονται παρελθόν, παρόν και μέλλον, ενώ η έννοια του ταυτόχρονου είναι σχετική. Γνωστό φανταστικό παράδειγμα οι δίδυμοι: αν ο ένας παρέμενε στη Γη και ο άλλος ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα στο Διάστημα, θα εμφάνιζαν διαφορά ηλικίας στην επόμενη συνάντησή τους. Παρόμοιο αποτέλεσμα έχει οποιαδήποτε σχετική κίνηση δύο πραγμάτων, μόνο που η διαφορική γήρανσή τους είναι αμελητέα στις μικρές ταχύτητες. Το 1971 τοποθετήθηκαν συγχρονισμένα ατομικά ρολόγια σε δύο αεροπλάνα που έκαναν τον γύρο της Γης προς αντίθετες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα τα ρολόγια να δείξουν χρονική διαφορά, σε απόλυτη συμφωνία με την θεωρία. Παρόμοια φαινόμενα συμβαίνουν συνεχώς σε επιταχυντές σωματιδίων: ο χρόνος ζωής ενός ταχέως κινούμενου ασταθούς σωματιδίου φαίνεται διαφορετικός στον ακίνητο παρατηρητή. Τα συστήματα πλοήγησης τύπου GPS θα έκαναν σημαντικά λάθη, αν δεν λάμβαναν υπ’όψη τέτοιες χρονικές διαφορές.

Οι επιστήμονες αναζητούν μια ενιαία θεωρία, όπου θα συνεργάζονται η Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική, δηλαδή η μακροσκοπική με τη μικροσκοπική προσέγγιση. Μια απάντηση είναι η θεωρία των χορδών, που προϋποθέτει 4 διαστάσεις του χωροχρόνου και ακόμα 6 διαστάσεις κρυμμένες, εκ των οποίων δύο ή περισσότερες χρονικές! Μια άλλη υπόθεση δέχεται ότι υπάρχει στο Σύμπαν μεγάλη ποσότητα αντιϋλης, ικανή να εξηγήσει γιατί η χρονική συμμετρία παραβιάζεται στο μικροσκοπικό επίπεδο και ταυτόχρονα τί είναι η «σκοτεινή ενέργεια» που, ενεργώντας ως δύναμη αντιβαρύτητας, προκαλεί την παρατηρηθείσα επιτάχυνση της διαστολής του Σύμπαντος.

Αν φαντασθούμε τον χρόνο όχι συνεχή αλλά κβαντισμένο όπως η ύλη και η ενέργεια, ο υποτιθέμενος κόκκος χρόνου, το χρονόνιο, θα ήταν η διάρκεια διαδρομής του φωτός κατά μήκος π.χ. ενός ηλεκτρονίου, διορθωμένη βάσει της σχετικής ταχύτητας του παρατηρητή. Κενά χρόνου δεν θα υπήρχαν αν τα χρονόνια «άγγιζαν» το ένα το άλλο, ενώ κάποιος «δαίμονας του Maxwell» θα μπορούσε, διευθετώντας τα, να αλλάζει τον χρόνο!

Ταξίδια στον χρόνο
Ο επιστημονικός προβληματισμός για το ενδεχόμενο ταξιδιών στον χρόνο διέπεται από λογική συνεκτικότητα, έστω και αν ανατρέπει παγιωμένες αντιλήψεις. Η υπόθεση της σωληνοειδούς διαμόρφωσης (κοσμική σήραγγα ή σκουληκότρυπα) αφήνει θεωρητική δυνατότητα για μακρυνά ταξίδια στον χωροχρόνο. Είναι αναμενόμενο οι άνθρωποι, συνηθισμένοι σε καταστάσεις που εκτυλίσσονται σε χρόνο ίδιο για όλους, να θεωρούν αδιανόητο ένα ταξίδι στο μέλλον, που είναι όμως θεωρητικά πραγματοποιήσιμο. Αν  φύγει κάποιος από την Γη π.χ. το 2100 και ταξιδέψει επί μερικούς μήνες με ταχύτητες κοντά στην ταχύτητα του φωτός, κατά την επιστροφή του το ημερολόγιο θα δείχνει 3100. Οι πραγματικές δυσκολίες είναι μόνο τεχνικής φύσεως, όπως η απαιτούμενη κολοσσιαία επιτάχυνση κ.λπ. Το ταξίδι ενός ανθρώπου στο μέλλον δεν θα άλλαζε την ανέλιξη της πραγματικότητας, υπό τον όρο να μην επιστρέψει ο ταξιδιώτης στο παρόν. Αντίθετα, ένα ταξίδι ανθρώπου στο παρελθόν, ακόμα και χωρίς επιστροφή, φαίνεται ανεπίτρεπτο, αφού θα επηρέαζε την ανέλιξη των σημερινών πραγμάτων, υπονομεύοντας την αρχή της αιτιότητας. Πάντως, η παραδοχή ότι το ένα είναι θεωρητικά εφικτό και το άλλο ανέφικτο εναρμονίζεται μεν με το βέλος του χρόνου αλλά αντιβαίνει στην λογική της συμμετρίας, που έχει αποδειχθεί τόσο γόνιμη στην επιστημονική κατανόηση του κόσμου.

Αυταπάτη;
Φιλόσοφοι και φυσικοί θεωρούν τον χρόνο ως μη ικανοποιητική έννοια. Για ορισμένους σοφούς ο χρόνος δεν υπάρχει, εν τούτοις με τον χρόνο κρίνεται η αξία των σοφών. Στο μέλλον, πιθανώς η επιστήμη να δώσει για την φύση του χρόνου διαφορετική απάντηση, μάλλον ευνόητη και απλή, σύμφωνα και με το “ξυράφι του Occam”. Ας αναλογισθούμε το ηλιοκεντρικό μοντέλο σε σχέση με το γεωκεντρικό του Πτολεμαίου.

Είναι λοιπόν ο χρόνος μια αυτόνομη φυσική οντότητα ή αναδύεται από τις σχέσεις μεταξύ αντικειμένων; Μια θεμελιώδης θεωρία για την φύση δεν χρειάζεται απαραιτήτως να τον περιέχει ως μεταβλητή, η εξέλιξη ή οι αλλαγές μπορούν να περιγράφονται από το πώς τα πράγματα μεταβάλλονται, τα μεν ως προς τα δε. Π.χ. η κατάσταση ενός δυναμικού συστήματος μπορεί μαθηματικά να ορισθεί από τις ν μεταβλητές που αρκούν για την πλήρη περιγραφή του. Η χρονική μεταβολή του συστήματος απεικονίζεται με ν τροχιές σε ισάριθμες διδιάστατες γραφικές παραστάσεις, όπου ο κατακόρυφος άξονας αντιστοιχεί σε μια μεταβλητή και ο οριζόντιος άξονας στον χρόνο. Στον χώρο των φάσεων, η απεικόνιση μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια μοναδική τροχιά, με γραφική παράσταση ν διαστάσεων, όπου ο καθένας από τους ν άξονες θα αντιστοιχεί σε μια από τις μεταβλητές του συστήματος και ο χρόνος θα έχει αφαιρεθεί από την εικόνα. Η αλλαγή κάθε μεταβλητής δεν θα εξετάζεται πλέον ως προς τον χρόνο αλλά ως προς τις υπόλοιπες μεταβλητές, δηλαδή η χρονική εξέλιξη θα προσεγγίζεται ως τροποποίηση της σχέσης μεταξύ των πραγμάτων.

Ο απόλυτος χρόνος δεν υπάρχει, συνεπώς δεν είναι το περιέχον του γίγνεσθαι. Μήπως όμως και η αντίληψη της ροής του χρόνου αποτελεί απλώς ανθρώπινη κατασκευή, μια αυταπάτη οφειλόμενη σε ανικανότητα αναπαράστασης του χωροχρόνου; Εξ άλλου, στην πράξη, δεν μετράμε τον ίδιο τον χρόνο, απλώς συγκρίνουμε διάρκειες, π.χ. ο Γαλιλαίος μετρούσε τον σφυγμό του σε σχέση με την διάρκεια ταλάντωσης ενός εκκρεμούς.

Η παρατηρούμενη μη αναστρεψιμότητα του χρόνου θεωρείται παραφωνία στη μαθηματική προσέγγιση του κόσμου. Η εντύπωση χρονικής ροής, άρα η διάκριση παρελθόντος και μέλλοντος, πιθανώς οφείλεται σε άγνοια της λεπτομέρειας, που οδηγεί σε στατιστική περιγραφή της πραγματικότητας.

Η αίσθηση του χρόνου παρουσιάζει ομοιότητες με την αίσθηση των κατευθύνσεων προς τα πάνω ή προς τα κάτω στην επιφάνεια της Γης, οι οποίες χάνονται αν κοιτάξουμε το Σύμπαν. Αλλάζοντας λοιπόν οπτική, ίσως ερμηνεύσουμε το περίεργο πράγμα που ονομάζουμε χρόνο.

Για να μάθετε περισσότερα

Τεύχος με 14 άρθρα (2016). Le temps, La Recherche Hors-Série, 20, pp 4-98.

Αφιέρωμα με 4 άρθρα (2010). Le temps n’existe pas, La Recherche, 442, pp 38-49.

Τεύχος με 22 άρθρα (2001). Le temps, La Recherche Hors-Série, 5, pp 8-110.

Stephen Hawking (1988). Το χρονικό του χρόνου, Κάτοπτρο, 266 σελ.


Gerald James Whitrow (1975). The nature of time, Pelican Books, 146 p.